Sunday, December 4, 2016

ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΗΣ ΠΟΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤΑ ΤΑ ΟΘΩΜΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Με αξιοσημείωτη επιτυχία έλαβε χώρα την Κυριακή 27 Νοεμβρίου, η διάλεξη του γνωστού  δικηγόρου, συγγραφέα, δημοσιογράφου και ποιητή Κωνσταντίνου Καλυμνιού με θέμα: «Η ιστορία της Ελληνικής Τυπογραφίας κατά τα χρόνια της Οθωμανικής Κατοχής,» στον κατάμεστο ημιώροφο του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου. Την πρωτότυπη εκδήλωση αυτή διοργάνωσαν από κοινού ο Ελληνο-Αυστραλιανός Πολιτιστικός Σύνδεσμος, ο Σύλλογος Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας, η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας και η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτωρίας, στην μνήμη του σημαντικού παροικιακού παράγοντα και τυπογράφου, Πέτρου Πετράνη.

Η πρόεδρος του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου, Καίτη Αλεξοπούλου, αναφέρθηκε στον σπουδαίο ρόλο που έπαιξε η ελληνική τυπογραφία στην διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, έναν ρόλο που άλλωστε, συνεχίζει να διαδραματίζει.

Εκ μέρους του Σύλλογου Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας, η Ιωάννα Λιακάκου μίλησε για τον Πέτρο Πετράνη, ο οποίος προώθησε και χρηματοδότησε την έκδοση ελληνικών βιβλίων στην Αυστραλία.

Στη συνέχεια, ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός ανέφερε ότι η διείσδυσή του στον χώρο της  ελληνικής τυπογραφίας οφείλεται στον Πέτρο Πετράνη. Όπως είπε: «Θυμάμαι πηγαίνοντας στο τυπογραφείο του Πετράνη, έμπαινα σε έναν ολότελα φανταστικό κόσμο, περιστοιχισμένο από γραμματοσειρές, τυπογραφικά στοιχεία, σελιδοθέτες, πιεστήρια, λινοτυπικές μηχανές, κάσες από μελάνι και άλλα εργαλεία θαυμάσια του σιναφιού. Δίπλα από το ράφι με τα χιλιάδες τυπογραφικά στοιχεία, μία παμπάλαια βιβλιοθήκη με τα αμέτρητα βιβλία που είχε εκτυπώσει ή διασώσει από την Ελλάδα. Κάθονταν μαζί μου, δείχνοντας μου πώς λειτουργεί η λινοτυπική μηχανή και έλεγε με καμάρι: «

«Τρία ήταν τα μεγάλα τυπογραφία της Τουρκοκρατίας: Της Βενετιάς, που την δημιούργησαν Ηπειρώτες, της Πόλης, που πάλι την δημιούργησαν Ηπειρώτες και της Μοσχοπόλεως, που ήταν στη Βόρειο Ήπειρο, μέχρι που την κατέστρεψαν οι Τουρκαλβανοί. Και πάνω σ’ αυτά τα τρία τυπογραφία κρατήθηκε το Γένος.

Εγώ τον άκουγα αποχαυνωμένος και παντελώς ερωτευμένος με τν τέχνη του τυπογράφου, ενώ στη συνέχεια, που εξιστορούσε τα καμώματα των τυπογράφων των Ιωαννίνων με την γλαφυρότητα και παραστατικότητα ενός Δημητρίου Χατζή.  Ήταν λοιπόν να μην ξετρελαθώ με την τυπογραφία;

Ορμώμενος από τον θαυμαστό κόσμο του Πέτρου Πετράνη, άρχισα χρόνια αργότερα να συλλέγω ελληνικά βιβλία τυπωμένα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Δεν θα ξεχάσω το πρώτο, το οποίο βρίσκεται εδώ σήμερα, μεταφράσεις του Ευγενίου Βούλγαρη. Φέρνει την επιγραφή: «Οι Αδελφοί Ζωσιμάδες παρήγγειλαν να μεταφραστεί αυτό το βιβλίο και να διανεμηθεί δωρεάν στα ελληνόπουλα για την πνευματική τους καλλιέργεια.» Έμεινα έκθαμβος.  Επιβεβαίωνε ακριβώς αυτό που μού έλεγε χρόνια πριν ο Πέτρος Πετράνης: ότι οι τυπογράφοι παλιότερα, είχαν πλαισιωθεί από πεφωτισμένους έμπορους που πράγματι θεωρούσαν ότι η έκδοση βιβλίων και η διανομή τους, θα ανύψωνε το έθνος και θα συνέβαλε στην χειραφέτησή του. Ένα έθνος τον μορφωμένων και των καλλιεργημένων, όχι των φαταούλων. Μού έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίον αυτή η ιδεολογία επέζησε και μεταφέρθηκε στις ελληνικές παροικίες της Αυστραλίας. Ποια λοιπόν είναι τα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε εμείς οι απόδημοι στο μεταίχμιο δύο πατρίδων, γλωσσών και γενεών από τις δραστηριότητες των ελλήνων τυπογράφων κατά τα οθωμανικά χρόνια;»
 

Ακολούθησε μία άκρως ενδιαφέρουσα και πολύπτυχη ανάλυση της ιστορίας της ελληνικής τυπογραφίας, τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο και στον οθωμανικό χώρο. Η εξέλιξη της ελληνικής τυπογραφίας, υποστήριξε ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός, αντικατοπτρίζει την εξέλιξη των πνευματικών ρευμάτων  που δημιούργησαν την σύγχρονη νεοελληνική ταυτότητα. Επίσης αναφέρθηκε στις ασυνήθιστες μορφές που πήρε η ελληνική τυπογραφία, με την εκτύπωση βιβλίων στα Καραμανλίδικα δηλ. τούρκικα με ελληνικούς χαρακτήρες και στα φραγκολεβαντίνικα δηλ. ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες.

Αίσθηση προκάλεσε η πλούσια έκθεση ελληνικών βιβλίων που πλαισίωσαν την διάλεξη. Τα βιβλία αυτά, πολλά από τα οποία είναι σπάνια, ανήκουν στην συλλογή του Κωνσταντίνου Καλυμνιού και χρονολογούνται μεταξύ 1535-1841. Οι παρευρισκόμενοι επωφελήθηκαν της ευκαιρίας να περιεργαστούν τα βιβλία, ενώ προέκυψαν ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω από τα περιεχόμενά τους.

Sunday, August 3, 2014

Η ΠΟΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ



Το Σάββατο, 2α Αυγούστου 2014, μέλη της Πνηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, καθώς και άλλες ελληνικές οργανώσεις της Μελβούρνης ένωσαν τις φωνές και τις προσευχές τους με την Ασσυριακή παροικία, στο συλλαλητήριο κατά των διωγμό των Χριστιανών της Μοσούλης και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής από  τους τζιχαντιστές. Με αίτημα να σταματήσουν οι διωγμοί και να εξασφαλιστεί η ζωή και η ασφάλεια χιλιάδων ανθρώπων στο Ιράκ αλλά και την Συρία, ο γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας Κώστας Καλυμνιός, απευθύνθηκε στους παρευρισκομένους, τονίζοντας την αλληλεγγύη και το ενδιαφέρον όων των ελλήνων για τους κατατρεγμένους Χριστιανούς της περιοχής.

Sunday, February 23, 2014

Δοξολογία για την 101η επέτειο της απελευθερώεσεως των Ιωαννίνων και 100η επέτειο της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου

Wednesday, August 21, 2013

ΔΗΛΩΣΗ ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

 Με μεγάλη ανησυχία και αγανάκτηση παρακολούθησε η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας το γεγονός της ντροπιαστικής ιεροσυλίας του Ναού της Παναγίας στην Πρεμετή και την βία που ασκήθηκε προς τους ορθόδοξους ιερείς, από όργανα του Αλβανικού κράτους, σκηνές που αναζωογονούν μνήμες των διωγμών κληρικών και πιστών από το κομμουνιστικό καθεστώς.

Κατά το διωγμό αυτό η Ορθόδοξη Κοινότητα υπέστη πολλαπλές ζημιές οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις ήταν ανεπανόρθωτες. Αλλά κατά την αναστήλωση της από τα ερείπια, για περισσότερο από δυο δεκαετίες, η Ορθόδοξη κοινότητα της Βορείου Ηπείρου έχει δεχτεί ξανά επιθέσεις, συκοφαντίες, προσβολές και υποτιμητικά σχόλια όπως και ληστείες και καταστροφές της ανεκτίμητης πολιτιστικής περιουσίας της από ανεύθυνες ομάδες, με μία ξεκάθαρη αντι-ορθόδοξη ατζέντα.

Η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας, εκφράζει την βαθιά αγανάκτηση της για την άγρια επίθεση εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που στην Εκκλησία της Πρεμετής έλαβε ακραίες προεκτάσεις, πληγώνοντας τους Ορθόδοξους της Βορείου Ηπείρου και της Αλβανίας γενικότερα. Δεν μπορούν να γίνουν δεκτές τέτοιες επιθέσεις εναντίων την Ορθόδοξης Κοινότητας, η οποία έχει μια ανεπανάληπτη προσφορά στην θεμελίωση και σταθεροποίηση του Αλβανικού κράτους. Αυτές οι πράξεις, εάν δεν σταματήσουν, μπορεί να έχουν βαριές συνέπειες για την αρμόνια και την συνοχή της χώρας.

Εκφράζουμε δε την σταθερή στήριξη μας προς την Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αλβανίας και τον προκαθήμενό της, Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο όπως και προς τους κληρικούς που λειτουργούν στα ιερά εδάφη της Βορείου Ηπείρου.



Κώστας Καλυμνιός

Γραμματέας

Tuesday, December 18, 2012

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

Η κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της Γενικής Απογραφής 2011 απ’ τη Στατιστική Αρχή της Αλβανίας επιβεβαίωσε τις ανησυχίες της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας ότι πρόκειται για τεχνητά στοιχεία τα οποία καταρτίστηκαν χωρίς πραγματική συλλογή.


Σύμφωνα με τα «επίσημα»αποτελέσματα, το 83,2 % του πληθυσμού δήλωσαν Αλβανοί, ήτοι 2.329.715 πολίτες. Ενώ μόνο το 0.87% ή 24.361 ήταν εκείνοι που δήλωσαν Έλληνες. Επίσης, ως ορθόδοξοι χριστιανοί καταγράφονται μόνον 6,75% ενώ 10,03% καταγράφονται ως Καθολικοί (ένα πσοστό που παραμένει στάσιμο από το 1900!) και 56,70% ως Μουσουλμάνοι. Σημειώνουμε δε ότι η συμπλήρωση των δελτίων καταγραφής υποχρεωτικά έγινε με μολύβι, για εύλογους βέβαια λόγους.

Αν αναλογιστούμε ότι στην Ελλάδα αποδίδονται περίπου 300.000 «Ειδικά Δελτία Ταυτότητας Ομογενούς», ότι ο πρώην Πρόξενος Κορυτσάς κ. Θ. Οικονόμου, έκανε λόγο γα 30.000 κατοίκους της περιφέρειας Κορυτσάς που δήλ...ωναν έλληνες και ότι μέχρι πρόσφατα το ποσοστό των ορθοδόξων στην Αλβανία ανέρχονταν στους 30%, το λαθράιο της υπόθεσης γίνεται αυτονόητο.

Κατόπιν τούτου, η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας απορρίπτει εξ ολοκλήρου τη διαδικασία και παραμένει στην απαίτηση εφαρμογής μια κρατικής διαδικασίας που θα στοχεύσει ακριβώς την απογραφή των μελών των μειονοτήτων και τη θρησκευτική διαστρωμάτωση της κοινωνίας στην Αλβανία.

Εν τούτοις όμως καταγγέλλουμε άλλη μια φορά την κραυγαλέα προβοκάτσια που επιχειρείται εις βάρος της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, των άλλων μειονοτήτων και της Ορθοδόξου Κοινότητας στη χώρα.

Φαίνεται πως κάποιοι κύκλοι δεν αρκούνται στην εθνικιστική ρητορική την οποία καταγγέλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Προχωρούν σε πρακτικές στατιστικής συρρίκνωσης έχοντας στο πίσω μέρος του εγκεφάλου και τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων που πρέπει να εφαρμόσουν για τις μειονότητες και τις θρησκευτικές κοινότητες. Δεν θα περάσουν όμως διότι δεν αρμόζουν με το προαπαιτούμενο ειλικρινούς και εποικοδομητικής συμπεριφοράς που επιβάλει η διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.

Ως Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας, παραμένουμε στη θέση μας ότι σε ότι αφορά τα μεγέθη και τη γεωγραφία της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας καθώς και τη θρησκευτική διαστρωμάτωση η διαδικασία είναι άκυρη και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε απ’ τη Κυβέρνηση και ούτε από τους διεθνείς οργανισμούς.

Epirotes Abroad Blast Berisha’s “Greater Albania”

The World Council of Epirotes Abroad condemned Albania Prime Minister Sali Berisha’s statements about a “Greater Albania,” that includes Greek territories. His remarks came ahead of celebrations to mark the centenary of his country’s independence, in Aulona, and led Greek Foreign Minister Dimitris Avramopoulos to cancel a planned visit.


“We were surprised to hear about Mr. Sali Berisha’s nationalistic remarks, which we condemn,” the World Council of Epirotes Abroad stated. “At these moments that all Europe makes efforts to fight racism and nationalism, which is developing increasingly, the Prime Minister of Albania adds fuel in the fire making these without precedent comments in regard to ‘a Greater Albania,’ posing in this way a huge problem to the diplomatic efforts on behalf of Greece for greater neighborly relations with Albania.”


The Panepirotic Federation of Australia joined in the condemnation. It said in a statement: “The Northern Epirus Greeks living in Albanian territories, feel at such moments that they are not sheltered. In these regions where Northern Epirus Greeks are living, and which are included legally in Greek territories, there is an intense Anti-Greek action terrifying them. The Panepirotic Federation of Australia urges the Prime Minister of Albania to revoke (his comments) since in this country, Greeks are and will always be a timeless reality.”


By Christina Flora
first published in USA Greek Reporter

http://usa.greekreporter.com/2012/12/03/epirotes-abroad-blast-berishas-greater-albania/







Wednesday, November 28, 2012

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥ ἙΠΙ ΓΗΣ ΑΛΛΟΤΡΙΑΣ"

Στις 25 Νοεμβρίου στην αίθουσα του Παναρκαδικού Συλλόγου Μελβούρνης «Ο Κολοκοτρώνης» ο Ελληνοαυστραλιανός Πολιτιστικός Σύνδεσμος Μελβούρνης παρουσιάσε μουσικό απόγευμα αφιερωμένο στην ανθολογία ελληνοαυστραλιανής μουσικής «Επί γης αλλοτρίας»/In α Strange Land του Παυλού Ανδρόνικου και Στέλιου Αδάμ.


Η εκδήλωση, στην οποία σημειώθηκε αρκετή προσέλευση συμπαροίκων, αποτέλεσε εξαιρετική ευκαιρία να γίνουν ευρύτερα γνωστοί καλλιτέχνες που συνέβαλαν στην ανθολογία, και να ακουστούν μοναδικές ερμηνείες ελληνοαυστραλιανών τραγουδιών από τους ίδιους τους συνθέτες.

Ο γνωστός ακαδημαϊκός Παύλος Ανδρόνικος μίλησε για τη γένεση και την παραγωγή του CD «Επί γης αλλοτρίας» ενώ ο Κώστας Καλυμνιός, o γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλιας, ο οποίος παρουσίασε την ανθολογία, τόνισε:

«Ήθελα απλώς να σας αφήσω με μία σκέψη, συνδεόμενη με αυτά που προείπα πριν λίγου. Το αν τα τραγούδια αυτά θα περάσουν στο υποσυνείδητο των ελλήνων της αυστραλίας, το αν θα καταφέρουν να μας αγγίξουν, δεν είμαστε σε θέση να το κρίνουμε σήμερα. Το μέλλον θα δέιξει. Όμως, αν κρίνουμε από παρόμοιες προσπάθεις, όπως η πρόσφατη επιτυχημένη μελοποίηση των ποιημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου από τον Ρόρρη, είναι ένα είδος μουσικής που έχει πολλά να προσφέρει και βρίσκει ακόμη λαϊκά ερεισματα. Οπότε, για να μην υπάρχουν μόνο για τους μελετητές και για τους ιστοσελιδόβιους, τα τραγούδια της σημερινής προσπάθειας, πρέπει να ακουστούν ευρύτατα. Είμαστε σε προνομιούχα θέση εφόσον κατέχουμε τόσες μορφές μέσων μαζικής ενημέρωσης όπου η δουλειά αυτή μπορεί να γίνει ευρύτερα γνωστή. Η δική μας υποχρέωση λοιπόν, είναι να συντελέσουμε στην διάδοση των τραγουδιών αυτών. Κατεβάστε τα από το διαδίκτυο, διαδόστε τα, όσοι έχετε ραδιοφωνικά προγράμματα, παρουσιάστε τα και δέστε τα να αγριέυουν και να θεριεύουν στο υποδηνείδητό μας.»



Στη συνέχεια οι μουσικοί και συνθέτες Ανδρέας Κυριακόπουλος, Αργύρης Αργυρόπουλος, Κριστέλλα Δημητρίου και το συγκρότημα «Ξυλούρη,»παρουσίασαν τραγούδια από τη συλλογή.

Κλείνοντας την εκδήλωση, η πρόεδρος του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης, Καίτη Αλεξοπούλου εξύμνησε την ποιοτική παραγωγή του CD, προσβλέποντας σε παρόμοιες προσπάθειες μελοποίησης της εργασίας των μεταγενέστερων παροικιακών ποιητών, στο εγγύς μέλλον.

Μεταξύ άλλων, ο γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλιας,  Κώστας Καλυμνιός, είπε:

Κατά πολλούς, η μελοποίηση ελληνικών ποιημάτων είναι μια διαδικασία που είχε σχεδόν γίνει μόδα μεταξύ των δεκαετίων του 50 και 80, ωθώντας κάμποσους καταξιωμένους έλληνες μουσικούς να κρατάνε πάντα μια απόσταση από αυτή την τάση . Η φράση που έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλές φορές, ότι “η ποίηση ήρθε κοντά στον λαό” μέσω της ενασχόλησης πολλών συνθετών με την μελοποίηση ποιημάτων, φαίνεται πως άφηνε αδιάφορο τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος υποστήριζε ότι: «η ποίηση και η μουσική έχουνε μια αυτάρκεια και δεν περιμένουνε τα καινούργια έργα για να ξαναϋπάρξουν.»




Βεβαίως, χρησιμοποιώντας τον όρο μελοποίηση, εννοούμε την επένδυση με μουσική ενός ποιήματος που υπάρχει πριν την ενασχόληση του συνθέτου με αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση αλλά στενά συνδεδεμένα όμως, υπάρχουν και οι οι στίχοι, που γράφονται για να γίνουν τραγούδια και δεν προϋπάρχουν ως ποιητικά κείμενα πριν μελοποιηθούν.




Είμαι από αυτους που πιστεύουν ότι η έκφραση «μελοποιημένη ποίηση» αποτελεί πλεονασμό. Η μελοποίηση αναποιεί, μεουσιώνει και μετεμποιεί ένα ήδη υπάρχον ποίημα, δίνοντάς σε αυτό επιπρόσθετες διαστάσεις, χωρίς να αλλοιώσει με οποιονδήποτε τρόπο την αρχική ουσία και υπόστασή του. Επίσης αν κάνουμε μια ιστορική ανασκόπηση στην αφετηρία της λογοτεχνικής μας παράδοσης, θα παρατηρήσουμε ότι από τον καιρο ακόμη του Ομήρου, χρονολογείται η μελοποίηση στίχων για εύκολη αποστήθιση και για παράδοση του νοήματος. Από τον Όμηρο στον Ρωμανό το Μελωδό ό οποίος προσάπτει Αραμαϊκά ακούσματα σε μια ελληνική μορφή τέχνης –κάτι άμεσου εδιαφέροντος όσον αφορά τη υπόθεση μετεμφύτευσης της ελληνικής παράδοσης στην Αυστραλία οπότε γίνεται περοσσοτερο ελληνιστική παρά ελληνική η διαδικασία αυτή –και έτσι εἰμαστε σε θέση να κάνουμε τους αρμόδιους παραλληλισμούς - με τη σημερινή μας κατάσταση - και από το Ρωμανό το Μελωδό, στον Διγενή Ακρίτα και στον Ερωτόκριτο, από τον Ερωτόκριτο στα δημοτικά μας τραγούδια και από τα δημοτικά μας τραγούδια στις μελοποιήσεις των ποιητών Ελύτη, Ρίτσου και άλλων, βλέπουμε λοιπόν ότι η υπόθεση μελοποίησης του έμμετρου λόγου δεν είναι μια ντεμοντέ μουσικό στιχοπλαστική τεχνική που φτάνει καθυστερημένα και επιβεβλημένα στις ακτές της Αυστραλίας. Αντίθετα, είναι μια πανάρχαια συνήθεια, βαθιά ριζωμένη στο υποσυνείδητο του κάθε έλληνα. Κατά συνέπεια, διότι αυτό ήταν το πρώτο ερώτημα που μου προέκυψε γύρω από την παρουσίαση του δίσκου Ἑπί Γης Αλλοτρίας» –η μελοποίηση στίχων ελλήνων ποιητών εδώ στην Αυστραλία δικαιολογείται και γίνεται εντελώς αποδεκτή διότι προκειται για μια γνήσια επιβίωση μιας πανάρχαιας διαδικασιας.




Υπάρχουν όμως κι άλλα τα ερωτήματα που αναβλύζουν από την δημιουργία και παρουσίαση του Συμπαγή Δίσκου «Επί Γης Αλλοτρίας,» που στην Αγγλική μεταδίδεται ως – In a strange land. –παραπέμποντας στον Εκατοστό τριακοστό έκτο ψαλμό (πώς άσομαι την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας;) - και ιδιαίτερα εφόσον ο εν λόγω Κύριος τυγχάνει να είναι ο μέγιστος ποιητής. Πώς λοιπόν, εν κυμβάλοις και αλλαλαγμώ; εν ψαλτηρίω και κιθάρα; εν χορδαίς και οργάνοις; ή όλα αυτά μαζί, και βάλε;




Οι Παραγωγοί του Δίσκου, ο Παύλος Ανδρόνικος και ο Στιβ Αδάμου, συσστρατεύουν μία εκλεκτή συλλογή από τους πλέον καταξιωμένους συνθέτες, στιχουργούς, μουσικούς και ερμηνευτές της ομογένειας, ώστε να θέσουν αυτό το ερώτημα των Ψαλμών και να το λήσουν. Στον Ψαλμό, μας εκμυστηρεύεται ο Παύλος, η λέξη «αλλότριος» σημαίνει «που ανήκει σε άλλους», αλλά, «έχοντας υπόψη και την αγγλική μετάφραση του τίτλου, για τη συλλογή αυτή μου φαίνονταν κατάλληλες και οι άλλες έννοιες της λέξης, δηλ. «παράξενος» ή «ασυνήθιστος». Το φυσικό περιβάλλον της Αυστραλίας, τα ζώα και τα φυτά της, μου φάνηκαν πολύ παράξενα όταν πρωτοήρθα εδώ το 1981. Αυτή η εντύπωση μου έχει μείνει μέχρι σήμερα».




Ο εκατοστός τριακοστος έκτος Ψαλμός συνεχίζει τοιουτοτρόπως: «εάν επιλαθώμαι σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου» -δηλαδή -αν σε λησμονήσω (αντι για Ιερουσαλήμ προσθέτουμε Ελλάδα ή πατρίδα), ας ξεραθεί η δεξιά μου. Επανέρχομαι λοιπόν στον πρωταρχικό μου στοχασμό –και υποθέτω ότι για τους παραγωγούς, τους συνθέτες, τους μουσικούς και τους ποιητάς, - κρίνεται αναγκαίο να άδωμεν την ωδήν Κυρίου εις την αλλοτρίαν, ας είναι παράξενη, ξενική και ασυνήθιστη αυτή, ίνα μήν λησμονήσωμεν την πρωταρχική μας Ιερουσαλήμ. Το ότι αυτή η συνεχόμενη επαγρύπνιση αποδίδει πνευματικά ποσοτά άλλωστε αποδεικνύεται από το ότι οι απόγονοι των Ισραηλιτών που θρηνούσαν επί των ποταμών Βαβυλώνος παρέμειναν εκεί άνω των δύο χιλιάδων χρόνων, διατηρώντας πλήρως τις παραδόσεις των, μέχρι που εκτοπίστηκαν το 1948 από τους Άραβες. Στα συμφραζόμενα λοιπόν η αντίληψη ότι όποιος θρηνει, όποιος μελοποιεί την αίσθηση της εξορίας και του μετατοπισμού του, δεν θα ξεχάσει ποτέ το ποιος είναι και από που προέρχεται.








Η Αυστραλία είναι λοιπόν η «αλλότρια γη», όπου διεξάγεται η προαναφερθείσα διαδικασία διατήρισης μιας ιστορικής και εθνοκοινωνικής μνήμης και τα πρώτα τραγούδια σε αυτή τη συλλογή παρουσιάζονται σε σειρά που χρονολογεί και περιγράφει τον πρωταρχικό εκτοπισμό και την πορεία εξορίας στους Αντίποδες. Η ανθολογία ξεκινά από τον ελληνικό κόσμο με τραγούδι που η μουσική και οι στίχοι του επικαλούνται την ελληνική δημοτική παράδοση, συνεχίζει με το ασυνίθιστόο τραγούδι Φεύγω, όπου υπάρχουν αν δεν κάνω λάθος και ακούσματα από την Μισιρλού στην ενορχήστρωση, και φτάνει στην «αλλότρια γη» με τις ορχηστρικές συνθέσεις «Επί γης αλλοτρίας» και «Ρόδινες λίμνες» -όπου συναντούμε ηχητικά στοιχεία από την μουσική παράδοση των ιθαγενών.




Η εργατική ζωή όπως την ζουν καθημερινά πολλοί μετανάστες στην αλλότρια γη αποτελεί το αντικείμενο του «Μέρα με τη μέρα», ένα ζωηρό τραγούδι ροκ με θέμα την εργασία στα εργοστάσια. Θα το ακούσετε αλλά για μένα είναι ένα μικρο μαρξιστο-αριστοφανικό διαμάντι αξιοπρόσεχτο διοτι ή λεπτή του ειρωνεια κινδινεύει να αγνοηθεί από τους λιγότερα σχολαστικούς ακροατές του. Ενώ καταφέρεται εναντίον των αφεντάδων και των κεφαλαιοκρατών




« Στις μηχανές της Αυστραλίας




Φτιάχνουμε θαύματα πολλά




Για να πλουτίσουν οι αφεντάδες,




Να ’ναι καλά, να ’ναι καλά.»








Αυτό που αφήνει να εννοηθεί η μελοποιητής είναι οτι δεν πλουτίζουν μόνον οι αφεντάδες, αλλά οι ίδιοι οι εργάτες –εδώ βρίσκουμε, ύπουλα παραθετημένο σε ένα συμπαγή δίσκο του οποίου ο δηλωμένος σκοπός ειναι να παραθέσει τα τραγούδια της εξορίας μας, -την απαρχή της μυθολόγησης της παρουσίας μας στην Αυστραλία. –Αν δεν πλουτίζαμε, αν δεν ευημερούσαμε, αν δεν προσεταιριζόμαστε τις αρχές των κεφαλαιοκρατών και των αφεντάδων, αν δεν αποθησαυρίζαμε το απαιτούμενο ποσον ώστε να δωροδοκούμε τα εγγόνια μας να μας επισκέπτονται –τότες ποιος ο λόγος της εξορίας μας; Αλεξιχάριτος και τρομερός στοχασμός. Επιπλέον, και ανοίγουμε παρένθεση, ακούγοντας το τραγούδι αυτό, και κάποια άλλα της συλλογής, δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι αυτά τα τραγούδια διαφυλούν μια πραγματικότητα που έχει πια εκλείψει. Η πλειοψηφία των ελλήνων μεταναστών και τα παιδιά τους, ανήκουν στην μικροαστική τάξη, όχι στην εργατική και η καθημερινή τους πραγματικότητα είναι πολύ πιο διαφορετική, εφόσον έχει συμβιβαστεί οικιοθελώς στις υποδείξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Θα χρειαστεί λοιπόν, ένας δέυτερος τόμος αυτού του δίσκου αποκελιστικά με τραγούδια τις πλέον προσαρμοσμένης πρώτης γενιάς και δεύτερης γενιάς που να εκφράζει την σημερινή κατάσταση. Μάλλον ο τίτλος του θα πρέπει να είναι «Επί γης οικείας»» και όχι αλλοτρίας, αλλά αυτή η συζήτηση δεν είναι του παρόντος....








Κλείνουμε λοιπόν την παρένθεση, για να φτάσουμε σε ένα ακόμη αριστούρημα, από εκείνα που κεντούν την καρδιά μας, το τραγούδι: «Ο ίδιος ήλιος,» της Γεωργίας Ηρακλεόυς , ένα ξέσπασμα χαρμολύπης για μια χαμενη πατριδα, συγκεκριμένα την Κερύνεια, που συνδέεται με την σημερινή τοποθεσία της ποιήτριας, διαμέσου της βεβαιότητος της ανατολής του ήλιου. Ίσως αυτή να είναι η κορυφαία στιγμή του δίσκου. Πρόκειται για ένα αξιόλογο τραγούδι με μια μουσική προσέγγιση πολύ διαφορετική από εκείνες που τείνουν προς λαμψιστικές, μανουσομανουσακικές φανφάρες ενώ στην προκειμένη περίπτωση, η ενορχήστρωση ειναι λυτή και πετυχημένη.




Άκρως συνδεδεμένο θεματικά με το τραγούδι της Ηρακλέους, είναι το τραγούδι «Πήρανε τον ήλιο» όπου η νοσταλγική ματιά του αειμνηστου Νίκου Νινολάκη στρέφεται στην απώλεια των φυσικών στοιχείων της Κρήτης. Οι στίχοι –«Η ιστορία έτσι αρχίζει. Στης μνήμης τα θολά νερά/Ατέλειωτα η καρδιά μου αρμενίζει,» είναι από τους πιο βαρυσήμαντους της μεταναστευτικής ποιησης, αποδεικνύοντας ότι η εξορία δεν είναι μια τελεσίδικη κατάσταση, αλλά μία που εξελίσσεται συνεχώς και ίσως αεναώς.



Αντίθετα, στο «Είναι στιγμές» ο Γιώργος Ξυλούρης, ως γνωστόν επίσης Κρητικός, χαίρεται τις στιγμές που η καρδιά πλημμυρίζει από την αγάπη της ζωής και της πορείας της.



Με τις «Πέντε αλογόμυγες» η συλλογή μπαίνει σε θέματα προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων. Το ροκ ύφος χρησιμοποιείται για να εκφραστεί θυμός και απογοήτευση με τους «καθώς πρέπει κύριους» που απαιτούν όλοι να τους μοιάζουν. Οι άνθρωποι αυτοί είναι σαν τις αλογόμυγες που με κάθε ευκαιρία στήνουνε καρτέρι για να «φάνε την ουρά μας». «Εγώ τρελός δεν ήμουνα,» δηλώνει εξαγριωμένος ο Στέλιος Τσιόλας, «τρελλό μ’ έχετε κάνει». Πάλι πιστεύω οτι υπάρχουν δυο πτυχές τουε τραγουδιού αυτού και οτι ειναι περισσότερο ανατρεπτικό από ότι δηλώνει. Εἰναι ο Στέλιος που θέλει να μας τρελάνει, εμάς «και τα κέρατά μας,» όπως λέει για ευλογους πάντα λόγους.


Η Κριστέλλα Δημητρίου φέρνει μια αλλαγή κλίματος με το «Για το Γιάννη», ένα τρυφερό τραγούδι αγάπης που εκφράζει τη λαχτάρα για στοργή: «Θέλω να ξαναγυρίσω στη φιλική σου αγκαλιά για λίγη ζεστασιά, για λίγη ζεστασιά». «Το ρόδι», ένα από τα πιο εντυπωσιακά ποιήματα του Δημήτρη Τσαλουμά και ένα από τα πιο ωραία τραγούδια του μακαρίτη Κώστα Τσικαδέρη, συνεχίζει το θέμα της αγάπης: «Το ρόδι που λιμπίστηκες, αγάπη, αγάπη, χρόνος το δένει ασήκωτος, νερό απ’ το γαίμα πιο ακριβό. Μα στην αυλή μου οι γέροντες το βράδι, βράδι, λένε πως ήταν άπρεπο να θρέψω εγώ τέτοιο καρπό».


Αφού η νύχτα είναι το κύριο φόντο στο Ρόδι, ο Δίσκος συνεχίζει με τον «Ύμνο στη Νύχτα» της Κριστέλλας Δημητρίου. Ύμνος είναι και το επόμενο τραγούδι του Αχιλλέα Γιαγκούλλη «Μια γης.» Υμνείται εδώ η ομορφιά της Κύπρου, αλλά αναγνωρίζεται συνάμα και η τραγωδία της. Με αυτή την τραγωδία καταπιάνεται και το τραγούδι «Mε του καημού τα χείλη»: «Το ’ξερες πως στο πέλαγος μια κόρη είχες χάσει... κι αυτή τραγούδι έπλεξε με νήμα τους αιώνες, τραγούδαγε για λεφτεριά ατέλειωτους χειμώνες.» Το ποίημα τελειώνει με μια συγκινητική έκκληση της κόρης, δηλαδή της Κύπρου, προς τη μάνα: «Ήλιε μου, πες στη μάνα μου με του καημού τα χείλη, τα ναύλα για τη λεφτεριά και μιαν ευχή να στείλει».

 
Είναι ειρωνικό ότι στα πλαίσια της ανθολογίας το τραγούδι «Τα λόγια είναι δηλητήριο» αντιπροσωπεύει τη συμβίωση της ελληνικής με την αγγλική γλώσσα, καθώς και τη συνύπαρξη των δύο πολιτισμών που αυτές εκφράζουν –καθώς βέβαια και τη συνυπαρξη μέλους με στίχου. Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις που ακούγονται σ’ αυτό το τραγούδι, είναι πρέπον να τελειώνει η συλλογή με το ορχηστρικό Ο Γαλανογένης, ίσως μια παραποπμή στον Ποσειδώνα ο θυμός του οποίου μας προκάλεσε την μεγάλη μας Οδύσσεια και που χρησιμoποιεί «φωνές» χωρίς λόγια.



Πέραν των τραγουδιών ας πούμε και λίγα λόγια για την μουσική. Πιστέυω ότι μία πετυχημένη μελοποίηση ενός ποιήματος είναι αυτή που όχι αποκλειστικά θα μετεφέρει τα διάφορα νόηματα του ποιήματος στον ακροατή, αλλά ως επί το πλείστον θα κάνει τις λέξεις και τους στίχους πιο προσιτούς. Το Καπνισμένο Τσουκάλι του Ρίτσου, με τη μουσική του Χρήστου Λεοντή, η Ρωμιοσύνη με μουσική του Θεοδωράκη αποτελούν αξιλόλογα παραδείγματα μουσικής δυναμικής, που αποδίδει όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μαχητικότητα, την στράτευμένη αποφασιστικότητα των καιρών εκείνων. Είναι μουσική που πηγάζει βαθιά από την ψυχοσύνθεση του έλληνα και γιαυτό και τον αγγίζει, ακόμα και σήμερα. Αναγκαστικά λοιπόν, συγκρίνουμε το παρόν έργο με τις επιτυχιμένες μελοποιήσεις του παρελθόντος.



Δύο είναι τα ερωτήματα που γεννιούνται. Ανταποκρίνεται η μουσική επένδυση πρώτα στο νόημα του ποιήματος και δεύτερον, αν αποτελεί γνήσια έκφραση ενός Ελληνο-Αυστραλιανού χωροχρόνου. Αυτό το δεύτερο είναι ένα δύσκολο ερώτημα –που ίσως δεν μπορεί να απαντηθεί. Εν συγκρίση με τις μελοποιήσεις των ποιημάτων των μεγάλων ποιητών, οι συγκεκριμένες μελοποιήσεις γίνονται σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης και μάλιστα σε μία χώρα πολυπολιτισμική που δεν έχει δική της μουσική παράδοση και όπου η μουσική αισθητική των συμπαροίκων είναι ποιικιλόμορφη όσο οι μουσικές εμπνεύσεις που υπαρχουν στη χώρα αυτή.


Στο δίσκο αυτό λοιπόν, συναντούμε ακούσματα από παραδοσική μουσική, ρεμπέτικα, στην περίπτωση μάλιστα των τραγουδιών που επιμελήθηκε ο αείμνηστος Κώστας Τσικαδέρης, συναντούμε μουσικά σχήματα και ακούσματα που αντικατοπτρίζουν πιστά ένα ιδιαίτερο μουσικό κίνημα το οποίο έφτασε στο απόγειο τού στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και στις αρχές του οδγόντα. Πέραν τούτου, υπάρχει το ρόκ στοιχείο του Στέλιου Τσιόλα, κλασσικά ακούσματα και πολλά άλλα που καθιστούν την ακρόαση του δίσκου μία Οδύσσεια. Καταλήγω λοιπόν στο ότι η μουσική επένδυση πετυχαίνει στο να αποδίδει την πολυπολιτιστική, παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα με τη πληθώρα εμπνεύσεων, που υπάρχει στην Αυστραλία, καθώς και τις τάσεις συντηριτισμού και προσφυγής στο παρελθόν που εκδηλώνονται υποσυνείδητα από Αυστραλο-έλληνες οι οποίοι διαπραγματεύονται την πολτιστική και εθνική τους ταυτότητα. Τώρα το αν η μουσική αυτή αποδίδει το νόημα των στίχων –αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το κρίνει ο καθένας μας ανάλογα με τις μουσικές μας προτιμήσεις. Πάντως στο δίσκο αυτό έχουν δουλέψει καταξιωμένοι καλλιτέχνες της παροικίας μας. Έχω αναφερθεί ήδη στον Κώστα Τσικαδέρη και τον Στέλιο Τσιόλα αλλά επίσης συνεργάζονται άλλοι εξίσου σημαντικοί και ταλαντούχοι μουσικοί όπως ο Γιώργος Ξυλούρης, ο Αργύρης Αργυρόπουλος, ο Αχιλλέας Γιαγκουλής και πάρα πολύ άλλοι. Οι συτντελεστές τις παραγωγής αυτού του δίσκου πραγματικά γράφουν σήμερα ιστορία και θα θυμηθείτε ότι η δουλεία αυτή σίγουρα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους μελλοντικούς μελετητές.



Κλείνοντας αυτή τη μικρή αναφορά, ήθελα απλώς να σας αφήσω με μία σκέψη, συνδεόμενη με αυτά που προείπα πριν λίγου. Το αν τα τραγούδια αυτά θα περάσουν στο υποσυνείδητο των ελλήνων της αυστραλίας, το αν θα καταφέρουν να μας αγγίξουν δεν είμαστε σε θέση να το κρίνουμε σήμερα. Το μέλλον θα δείξει. Όμως, αν κρίνουμε από παρόμοιες προσπάθεις, όπως η πρόσφατη επιτυχημένη μελοποίηση των ποιημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου, είναι ένα είδος μουσικής που έχει πολλά να προσφέρει και βρίσκει ακόμη λαϊκά ερεισματα. Οπότε, για να μην υπάρχουν μόνο για τους μελετήτές και για τους ιστοσελιδόβιους, τα τραγούδια του δίσκου Ἑπί Γης Αλλότριας, που υπάρχουν όλα στην ιστοσελίδα του Παλυου Ανδρόνικου http://members.iinet.net.au/~andronikos/InAStrangeLand.html , πρέπει να ακουστούν ευρύτατα. Είμαστε σε προνομιούχα θέση εφόσον κατέχουμε τόσες μορφές μέσων μαζικής ενημέρωσης όπου η δουλειά αυτή μπορεί να γίνει ευρύτερα γνωστή. Η δική μας υποχρέωση λοιπόν, είναι να συντελέσουμε στην διάδοση των τραγουδιών αυτών. Κατεβάστε τα από το διαδίκτυο, διαδόστε τα, όσοι έχετε ραδιοφωνικά προγράμματα παρουσιάστε τα και δέστε τα να αγριέυουν και να θεριέυουν στο υποσυνείδητό μας.

Sunday, July 15, 2012

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ



Φαντάσου ευγενή αναγνώστη , αν μπορείς, ότι ο δικός μας δυσάρεστος χειμώνας μεταμορφώθηκε σε ένα λαμπερό καλοκαίρι και ότι λιάζεσαι με μια χαρακτηριστική παραλία της Μελβούρνης, π.χ. στο Brighton, παρέα με τις δυο αδερφές σου.


Καθώς αλλάζεις πλευρά βαριεστημένα και επιτρέπεις στον αυστραλιανό ήλιο να τηγανίσει ακόμα και αυγό στην πλάτη σου, γυρνάς στις αδερφές σου και τις ρωτάς στα ελληνικά : «Μου δίνεις λιγάκι το αντηλιακό ;».

Σχεδόν αμέσως δύο εύσωμα θηρία που κάθονται δίπλα σου και που μέχρι τώρα έμεναν απαρατήρητοι, σηκώνονται, υψώνονται από πάνω σου και απαιτούν: « Τι είπες; Πως τολμάς να μιλάς ελληνικά; Εάν θες να μιλάς ελληνικά πήγαινε στην Ελλάδα και κάνε ηλιοθεραπεία στις παραλίες εκεί. Εδώ είναι Αυστραλία. Μην μιλήσεις ποτέ ξανά ελληνικά εδώ».

Προσπαθείς να εξηγήσεις και με συντακτικά λάθη: «Άντε και **** Θα μιλάω ότι γλώσσα θέλω.» Και τότε στους δύο εύσωμους συνομιλητές σας προστίθενται ανεπαίσθητα και άλλοι δύο, σε αρπάζουν από τις μασχάλες και σε σέρνουν προς τη θάλασσα. Μόλις φτάνεις την αλμύρα σου κρατάνε το κεφάλι κάτω από το νερό με ξεκάθαρο σκοπό να σε πνίξουν. Ο λαιμός σου γεμίζει με νερό, η καρδιά σου αρχίζει να σφυροκοπάτε πάνω στα πλευρά σου και δευτερόλεπτα πριν χάσεις τις αισθήσεις σου σε τραβάνε από το νερό και επίκειται η πίστη σου από κάποιους ενδιαφερόμενους περαστικούς που αδυνατούν να πιστέψουν το έγκλημα που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους.

Πραγματικά αυτό είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να λάβει χώρα μόνο σε μια παθιασμένη ένωση μιας κυματώδους αυστραλιανής σαπουνόπερας και σε Ελληνο- Αυστραλιανές αξιώσεις ενός τηλεοπτικού δράματος. Γιατί σε αυτή τη χώρα, τόσο εμφανείς εκδηλώσεις ρατσισμού είναι, ευτυχώς, πολύ λίγες. Στην Αλβανία, και συγκεκριμένα κατά μήκος της ακτογραμμής Χιμάρας- Αγίων Σαράντα, οπού το παραπάνω δράμα ξετυλίχθηκε, τέτοια συμβάντα είναι πολύ συχνά.

Η Χιμάρα στην ελληνική μυθολογία, μια συλλογή επτά χωριών που καλύπτουν το χώρο ανάμεσα στα Ακροκεραύνια όροι και την παρθένα, σαν κόσμημα, Ιόνια ακτή, λεγόταν ότι ήταν μια από τις εισόδους του Κάτω Κόσμου. Οι Χιμαριώτες, σκληραγωγημένοι και πολεμιστές, είχαν αυτονομία σε όλη τη διάρκεια της τουρκικής επιβολής και πολέμησαν για την ένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, κατέληξαν να δουν τη πατρίδα τους να ενσωματώνεται στο αλβανικό κράτος. Εξαιτίας αυτού και επειδή σε αντίθεση με άλλες ελληνικές περιοχές της Βορείου Ηπείρου, αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τους κομμουνιστές στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το σταλινικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα αρνήθηκε να συμπεριλάβει την περιοχή στην αυθαίρετα καθορισμένη «μειονοτική ζώνη» οπού τα ελληνικά μπορούσαν να μιλιούνται ελεύθερα. Σύμφωνα με τους αλβανούς δεν έζησαν Έλληνες στην Χιμάρα επομένως το να μιλάς ή να διαβάζεις στα ελληνικά ήταν εκτός νόμου.

Αντιληφθείτε, επομένως, την έκπληξη των Αλβανών πολιτών, εμποτισμένων με δεκαετίες εθνικιστικής προπαγάνδας, όταν μαθαίνουν μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι αυτή η «αλβανική» περιοχή όχι μόνο εκλέγει συστηματικά Έλληνες στο κοινοβούλιο, σε πολιτειακά συμβούλια και σε τοπικές εκλογές αλλά και το 85% του τοπικού πληθυσμού προσδιορίζει τον εαυτό του ως Έλληνα.

Ενώ, κάποιοι προσπαθούν να εξηγήσουν αυτό το ανησυχητικό φαινόμενο, υποστηρίζοντας ότι οι Χιμαριώτες είναι εξαπατημένοι Αλβανοί που έχουν πέσει θύματα της ελληνικής προπαγάνδας, άλλοι καταφεύγουν σε πιο ύπουλα μέσα. Θυμάμαι να σταματάω στην πλατεία του σκονισμένου Αγίου Βασιλείου, ένα κάποτε ελληνικό χωριό που τώρα είναι καθαρά αλβανικό, για να αγοράσω λίγο νερό. Στον τοίχο την πλατείας , με μεγάλα ελληνικά γράμματα μια επιγραφή προκήρυττε : «ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ.» . Μόνο όταν φτάνει κανείς στα περίχωρα της Χιμάρας και βλέπει τέτοια γκράφιτι όπως: «Θέλωμε Ελληνικά Σχολεία,» ξεκινά να ξεφεύγει από το δυσάρεστο συναίσθημα που απορρέει από την διάσχιση των εθνοτικών ρηγμάτων.

Κάποιοι Αλβανοί από το Κόσσοβο που κατέβηκαν στην ακτή από τη μεσόγεια περιοχή τους και απρόσμενα συνάντησαν τέτοιου είδους εκδηλώσεις Ελληνικής ταυτότητας, όπως την επίδειξη της ελληνικής σημαίας και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους ντόπιους ,νοιώθουν εξαιρετικά θυμωμένοι και σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούμενοι στη βία για να αποκαταστήσουν την αλβανική ηγεμονία όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται ,στην περιοχή. Το 2010, ο εθνομάρτυρας Αριστοτέλης Γκούμας, σύρθηκε έξω από το μαγαζί του στην Χιμάρα από Αλβανούς που που τον κατεδίωκαν επειδή μίλαγε ελληνικά στις εγκαταστάσεις του. Πέρασαν από πάνω του επανειλημμένα με το μηχανοκίνητο όχημά τους και τον σκότωσαν. Αν και έγιναν συλλήψεις, δεν καταγράφηκε καμία καταδίκη εναντίων των δραστών. Το γεγονός αυτό αγνοήθηκε εκτεταμένα από τους Έλληνες της Ελλάδας και δίκαια. Εξάλλου, αφού έχουμε αγκαλιάσει όλοι την μονογλωσσία με τόση θέρμη, γιατί να ενδιαφερόμαστε εάν κάποιοι άνθρωποι που έχουν στερηθεί την χρήση της μητρικής τους γλώσσα για σαράντα χρόνια είναι τώρα έτοιμοι να πεθάνουν για το προνόμιο της ομιλίας της; Αν μη τι άλλο, η επιμονή τους στη διατήρηση της γλώσσας τους, στο ενδεχόμενο των βασανιστηρίων, της εξορίας και της φυλακής παρουσιάζει τις πενιχρές μας προσπάθειες, οπού οι περισσότεροι από τις μετέπειτα γενιές δεν μπορούν να διαχειριστούν ακόμα και την πιο βασική συζήτηση στα ελληνικά, όπως όλα τα αναποτελεσματικά.

Ο Αριστοτέλης Γκούμας υπέμεινε έναν τρομερό θάνατο για την γλώσσα του και την εθνικότητά του και κανείς εκτός Βορείου Ηπείρου δεν ενδιαφέρθηκε. Ο Νίκος, ένα νεαρό αγόρι από τον Μεσαπόταμο, που έτυχε να βρίσκεται σε μια ιδιωτική παραλία στους Αγίους Σαράντα με τις δύο αδερφές του, και είναι ο πρωταγωνιστής του όχι και τόσο φανταστικού σεναρίου μας, παραλίγο να πνιγεί επειδή μιλούσε ελληνικά και σώθηκε την τελευταία στιγμή. Είναι ευτυχές το ότι σώθηκε από τη μοίρα του αλλιώς και αυτός θα είχε αγνοηθεί από τους άνετους και αυτάρεσκα ναρκωμένους, σε όλο τον κόσμο ,συμπατριώτες του. Δεν είναι πλέον κοινότυπο να ρωτήσει κανείς πόσοι ακόμα Έλληνες πρέπει να πεθάνουν στη Βόρειο Ήπειρο μέχρι να καταλάβουμε ότι το κράτος έχει αποτύχει να τους δημιουργήσει την αίσθηση της ασφάλειας και μια δομή οπού τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα στην ελευθερία της θρησκείας και στον εθνικό δεσμό είναι σεβαστά και προστατεύονται Για την απάντηση, στο ενδεχόμενο της ελληνικής και της παγκόσμιας αδιαφορίας είναι τώρα παγερά εμφανής: όσοι χρειαστούν μέχρι οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου είτε να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστοίες, είτε να εγκαταλείψουν μια πεισματάρικη δέσμευση στην ιδέα ότι είναι Έλληνες, κάτι που τους έχει φέρει μόνο δυσκολίες, πόνο και διώξεις και κανένα είδος κέρδους.

Εάν ποτέ βρεθείτε στην Βόρειο Ήπειρο, προσπαθήστε να φτάσετε στο φυλλώδες χωριό Λάμποβο. Μόλις φτάσετε αναζητήστε το σπίτι του Ευάγγελου Ζάππα. Καθώς φτάνετε στο θρυμματισμένο ερείπιο, κατάφυτο με τα ζιζάνια και τις κληματαριές του χρόνου, σκεφτείτε ότι επισκέπτεστε το σπίτι ενός Βορειοηπειρώτη που: έχτισε το Ζάππειο κτήριο στην Αθήνα, έχτισε το Καλλιμάρμαρο στάδιο στην Αθήνα, αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και έχτισε σχολεία σε όλο το μήκος και πλάτος του ελληνικού κόσμου. Αφού τελειώσετε την ονειροπόληση πάνω στην ματαιότητα των ματαιοτήτων, πηγαίνετε στην Μοσχόπολη και δείτε εάν μπορείτε να εντοπίσετε την οικία του Γεωργίου Σίνα, διπλωμάτη και ιδρυτή του Αρσάκειου κολλεγίου στην Αθήνα και του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα μπορούσατε, εάν σας ενδιέφερε τόσο, να επισκεφτείτε αμέτρητα τέτοια χωριά και έρημα μέρη και να εντοπίσετε ένα ευδιάκριτο μοτίβο, οπού η συντριπτική πλειοψηφία των ευεργετών της σύγχρονης Ελλάδας, που της χάρισαν τα ιδρύματα που της έδωσαν τουλάχιστον την ευκαιρία της βιωσιμότητας, προέρχονταν από την Βόρειο Ήπειρο και έδωσαν τα πάντα στην σύγχρονη Ελλάδα , σε βάρος της γενέθλιας γης τους, η οποία δεν έχει επωφεληθεί ούτε με ένα ίχνος από την αγάπη για την πατρίδα των πιο διάσημων γιων της.

Το σενάριό μας θα μπορούσε να τελειώσει με τις τραυματισμένες αδερφές του νεαρού Νίκου αρνούμενες να μιλούν ελληνικά. Όμως ένα πράγμα είναι ανησυχητικά βέβαιο. Παρά την αδιαφορία των συμπατριωτών τους, και στο ενδεχόμενο της αποδοκιμασίας και του κινδύνου, οι Βορειοηπειρώτες θα συνεχίσουν απαθώς να ασπάζονται το ελληνισμό τους επειδή δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά μέχρι το πικρό τέλος.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Thursday, October 6, 2011

ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΠΑΝΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ

Μελβούρνη 5 Οκρωβρίου 2011


Η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας επικροτεί και υποστηρίζει την απόφαση της Δ.Ε.Ε.Ε.Μ «Ομόνοια» και του Κόμματος Ένωση Ανθρωπινών Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ), να απέχουν από την επικείμενη απογραφή πληθυσμού στην Αλβανία, εφόσον αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί εθνικών μειονοτήτων, και στοχεύει στη συρρίκνωση και τον αφανισμό του ελληνισμού στις προαιώνιες εστίες του, στη Βό...ρειο Ήπειρο.Μία «απογραφή» που παραχαράσσει και ποινικοποιεί την αρχή του αυτοπροσδιορισμού, που συντελείται με την παραβίαση της αρχής της ελεύθερης βουλήσεως και που σκοπό έχει να αλλοιώσει και να παραποιήσει την δημογραφική και εθνογραφική πραγματικότητα της Βορείου Ηπείρου δεν μπορεί παρά να είναι απαράδεκτη για τους απανταχού της γης Ηπειρώτες.Η γενναία απόφαση της Δ.Ε.Ε.Ε.Μ «Ομόνοια» και του Κόμματος Ένωση Ανθρωπινών Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ) ας αποτελέσει αφετηρία αγώνων όλων των Ηπειρωτών για την διεκδίκηση μια δίκαιης και σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές απογραφή.

Κωνσταντίνος Καλυμνιός
Γραμματέας.

Thursday, August 18, 2011

PFA LECTURE ON NORTHERN EPIRUS ISSUE



Στα πλαίσια των σεμιναρίων Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού που διεξάγονται στην Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτώριας, την Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011, ο γραμ΄ματέας της ΄Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, Κώστας Καλυμνιός έδωσε διάλεξη με θέμα: "Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα - Ιστορικό και Εξελίξεις." Το πολυπληθές ακροατήριο, το οποίο απαρτίζονταν κυρίως από νέους της δεύτερης και τρίτης γενιάς προβληματίστηκε και ευαισθητοποιήθηκε για την συνεχόμενη κατάσταση στη Βόρειο Ήπειρο, την άγρια δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα στη Χειμάρρα και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό δεν λαμβάνει τη δημοσιότητα που του αρμόζει.


Η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας έχει συνδράμει στην διεξαγωγή των σεμιναρίων, παρουσιάζοντας επίσης τον Ιούλιο διαλέξεις γύρω από την Ελληνική συμβολή στην Αναγέννηση καθώς και την Ελληνική επιρροή πάνω στο Ισλάμ.


On 18 August 2011, PFA secretary Kostas Kalymnios gave a lecture at the GOCMV on the history and current status of the Northern Epirus Issue. Attendees expressed their concern at the status of the Greek minority in Northern Epirus, in the light of the recent racist killing of Aristotelis Goumas in Cheimarra, as well as the fact that the issue is given little or no publicity by the mainstream Greek and Greek-Australian media.

Wednesday, July 20, 2011

ΕΦΥΓΕ Η ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΑΥΛΟΥ, Η ΓΗΡΑΙΟΤΕΡΗ ΗΠΕΙΡΩΤΙΣΣΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ




Υπάρχουν άτομα που περνούν ολόκληρη την ζωή τους φαινομενικά στην αφάνεια. Όμως, με το παράδειγμά τους, με την γενναιότητά τους, την στοϊκότητά τους, το απαράμιλλό τους ήθος και την απέραντη τους αγάπη, αγγίζουν τις καρδιές και τις ψυχές όλων όσων έρχονται σε επαφή μαζί τους.
Ένα τέτοιο άτομο υπήρξε και η Παναγιώτα Παύλου, η γηραιότερη Ηπειρώτισσα στην Αυστραλία, η «γιαγιά Πανάγιω,» για όσους τη γνώριζαν, η οποία απεβίωσε σε ηλικία 105 χρονών, στις 20 Ιουλίου 2011. Με το πέρασμα της, η παροικία μας χάνει μία ιστορική και διαχρονική μορφή, η οποία γεννήθηκε στο Πέραμα Ιωαννίνων, με καταγωγή από το Σούλι, στις αρχές του περασμένου αιώνος και ως υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έζησε την θρυλική απελευθέρωση των Ιωαννίνων και την προσάρτηση της Ηπείρου στην Ελλάδα. Η βαθύτατα ανθρωπιστική της αντίληψη των γεγονότων εκείνων θα επικεντρωθεί όχι τόσο στον εθνικό θρίαμβο, αλλά στην απώλεια: «Οι Τούρκοι του χωριού άκουγαν τις ζητωκραυγές και έκλαιγαν. Ήξεραν ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τους φίλους τους. Έχασαν τα πάντα,» μας εξιστορούσε και σκουπίζε από τα μάτια της τα δάκρια που έχυνε για κάποιους χαμένους Τούρκους του 1912.
Η αντίληψή της δικαιώνεται από την ίδια της τη ζωή, όπου μία απώλεια διαδέχτηκε την άλλη. Μωρό ακόμα χάνει τους γονείς της και χωρίζεται από τα αδέρφια της. Η τραυματική αυτή εμπειρία την γαλουχεί τόσο στην αντοχή του πόνου, όσο και στην συμπόνια για τον συνάνθρωπο. Δυναμώνει την προσήλωσή της στην οικογένεια αλλά και στην αλληλεγγύη με τους συγχωριανούς της. Στη συνέχεια, θα ζήσει τα δεινά χρόνια του πολέμου και της Κατοχής. Θα δει τα γύρω χωριά να καίγονται από την θηριωδία των Γερμανών και θα ζήσει την αγωνία του επικείμενου ολοκαυτώματος του δικού της χωριού. Το ήθος και η αξιοπρέπειά της δεν θα την επιτρέψουν όμως να γίνει βουβή μάρτυρας της γενοκτονίας της Εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων από τους Ναζί. Αντίθετα, μαζί με άλλους συγγενείς της, θα προσπαθήσει να ταΐσει, να κρύψει και να φυγαδέψει πολλούς από αυτούς. Είναι μια σχεδόν άγνωστη πτυχή της ζωής της, που θα την ανακαλύψει στα εγγόνια και τα δισέγγονά της μετά το πέρασμα μισού σχεδόν αιώνος. Θα ακολουθήσουν άλλα γεγονότα, φρικτά, στα οποία θα υπαινιχθεί και μόνο. Η ιστορία του βιώματος του καθενός απαρτίζεται όχο μόνο από αυτά που σου εξιστορεί αλλά και από αυτά που απορρίπτει. Η ιστορία της γιαγια-Πανάγιως είναι αυτή της καρτερικότητας διαμέσου του διαχρονικού πόνου.
Την ίδια εποχή, θα χάσει τον άνδρα της, και δύο μικρά παιδιά. Χήρα, με τέσσερα ορφανά, οι πέτρινες συγκυρίες του Εμφυλίου δεν θα της επιτρέψουν να τα πενθήσει, αλλά θα ριχθεί αμείλικτα στον σκληρό αγώνα να ζήσει την οικογένεια της. Τα εμπόδια πολλά αλλά οι επιλογές λίγες. Μισόν αιώνα αργότερα σε ηλικία 93 ετών, καθ’ οδόν για τα Γιάννενα, θα προσπαθήσει να μου μεταφέρει, με την Ηπειρώτική της προφορά, την απόγνωση μιας απροστάτευτης μάνας και χήρας που βλέπει τα παιδιά της να πεινούν: «Ο, τι και να συμβεί, όσο και να πονάς, όσο και να νομίζεις ότι χάθηκαν τα πάντα, εσύ θα σκωθείς. Κι αν δεν μπορείς να σκωθείς, θα συρθείς και θα κάνεις το καθήκον σου. Γιατί θες δε θες, ο ήλιος θα φέξει και θα φέρει το πρωί.» Το παράδειγμα αυτό, της ακαμψίας και της επιμονής, έγινε ιδεολογία ολόκληρης της οικογένειας μας.
Οι χωριανοί της θυμούνται μια κυρά τότες Πανάγιω απελευθερωμένη από τις ταξικές και άλλες προκαταλήψεις μιας στείρας εποχής. Σε αυτήν προσέφευγαν τα ορφανά του χωριού για παρηγοριά, τα μικρά παιδιά όταν ήταν να τιμωρηθούν από τους γονείς της για τις ζαβολιές τους, οι χαροκαμένες μανάδες για να ξεφορτώσουν τον πόνο τους, καθώς και αυτοί που θεωρούνταν κατώτεροι – οι Γύφτοι, οι Εβραίοι και οι πρόσφυγες, Για όλους είχε έναν καλό λόγο, ένα κομμάτι ψωμί, ή έστω κι ένα λουλούδι.
Το 1964, θα μεταναστεύσει στην Αυστραλία με την εγγονή της. Εγκαθίσταται στο Flemington όπου θα γίνει η «γιαγιά» της περιοχής, φυλάγοντας και προσέχοντας τα παιδιά όλων των νεομεταναστών, Ελλήνων και μη, που έπρεπε να εργαστούν και δεν είχαν την ευχέρεια να μεγαλώσουν τα ίδια τους τα βλαστάρια. Θα δει στα πρόσωπα όλων των μωρών, όλων των παιδιών που μεγάλωσε, τις μορφές των δύο παιδιών που έχασε και δεν θα πάψει, ακόμη και στις τελευταίες τις στιγμές, να τα θρηνεί. Ολόκληρη γενιά παιδιών μεγάλωσε στα χέρια της γιαγια-Πανάγιως, και όλα έχουν θερμανθεί από τον ζεστό πυρήνα της καρδιάς της. Σήμερα, οικογενειάρχες με παιδιά δικά τους, μεταφέρουν στις επόμενες γενιές την αγάπη και το παράδειγμα ήθους και καλοσύνης που τους το εμφύσησε μία «ασήμαντη» αλλά επιβλητική γιαγιά.
Συνέχισε να υπηρετεί και να φροντίζει το νοικοκυριό της, καθώς και την ευρύτερη οικογένειά της, ως και τα ενενήντα οχτώ της χρόνια. Την ιστορία του χωριού, των παιδικών χρόνων της μητέρας μου, αλλά και τα ηθικά διδάγματα τα οποία είναι τόσα απαραίτητα στην διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός νέου τα έμαθα στην κουζίνα, βλέποντας τη γιαγιά να πλάθει πίτα με την μητέρα μου. Το κάθε φύλλο που άνοιγε, μία ακόμη ιστορία, μία ακόμη παρατήρηση, ένα ακόμα γεγονός που θα έπρεπε να ξεχαστεί αλλά τσούζει ακόμα. Διότι η τύχη της φυλάει ακόμη πένθος. Θα χάσει ακόμη έναν εγγονό κι έναν δισέγγονο κι όμως θα συνεχίσει να προσφέρει στους γύρω της, χωρίς να αφεθεί ολότελα στο θρήνο.
Στην εκατοστή επέτειο των γενεθλίων της (ημερομνηία αμφισβητήσιμη εφόσον οι χωριανοί της χρονολογούν την γέννησή της το 1904 και όχι το 1906), τη ρώτησα: «Τι να σου ευχηθώ γιαγιά; Δεν μπορώ να σου ευχηθώ να τα εκατοστίσεις. Τα πέρασες ήδη τα εκατό. Θα τα χιλιάσεις σίγουρα.» Με κοίταξε με τα μικρά μαύρα διαπεραστικά της μάτια, που είχαν την ιδιότητα να μαντεύουν και την πιο ασήμαντη μου σκέψη και μου έσφιξε το χέρι. «Τι να μου ευχηθείς;» μου απάντησε. «Για δες γύρω, τόσους νοματαίους. Έχω τέσσερα παιδιά, δέκα εγγόνια και δεκαέξι δισέγγονα. Είναι δικοί μου άνθρωποι. Όλοι δικοί μου. Τι άλλο να μου ευχηθείς; Δόξα τω Θεώ χιλιάδες φορές.» Αξιόλογο δε είναι το γεγονός ότι η αιωνόβια πλέον γιαγιά, συνέχιζε να μας δίνει συμβουλές που αφορούσαν απόλυτα την καθημερινή μας ζωή. Η δική της ματιά διαπερνούσε τις προκαταλήψεις και της πεπαλαιωμένες νοοτροπίες παλιών εποχών διότι επικεντρώνονταν πάντοτε στον άνθρωπο. Οι πικρές εμπειρίες του παρελθόντος την έμαθαν τι ακριβώς έχει σημασία στη ζωή. Έτσι, συνέχισε ως το τέλος της, να αποτελεί το επίκεντρο της οικογένειάς της. Ο πόνος μας για την απώλειά της είναι απερίγραπτος.
Όταν ραγιστεί το θεμέλιο ενός οικήματος, μέλλει να καταρρεύσει. Η γιαγια-Πανάγιω όμως έχτισε θεμέλια βαθιά, θεμέλια ανθρωπιάς και καλοσύνης που δεν πρόκειται να ραγίσουν ποτέ. Δεν έμαθε ποτέ γράμματα, ούτε διακρίθηκε σε κανέναν δημόσιο ή επαγγελματικό τομέα. Όμως η προσφορά της στην παροικία είναι αμέτρητη. Ας αναπαυτεί εν ειρήνη.


Kώστας Καλυμνιός

Monday, June 6, 2011

PFA supports Greek Community Cultural Centre

Στις 6 Ιουνίου 2011, στελέχη της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας παρευρέθηκαν σε εκδήλωση της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτωρίας με σκοπό τα τιμηθούν τα άτομα εκείνα που συνέβαλλαν με τις δωρεές τους στην έναρξη της ανέγερσης του Πολιτιστικού Κέντρου στην καρδιά της Μελβούρνης. Μεταξύ των δωρητών, το ενεργό μας μέλος, ο κ. Χάρης Σταμούλης, συνεχίζοντας την λαμπρή εθνοφελή δράση του πατέρα του, του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Σπύρου Σταμούλη.


Στην αναφορά του για τους παρευρισκόμενος, γύρω από την ανέγερση του Πύργου , ο γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, Κώστας Καλυμνιός, σχολίασε:


Οι μεγάλοι ευεργέτες του έθνους μας αγαπητοί συμπατριώτες και φίλοι της Ελληνικής Ορθόδοξης κοινότητας, οι Ζαππαίοι, ο Τοσίτσας, ο Αβέρωφ και τόσοι άλλοι θα μείνουν αθάνατοι στην ιστορία του έθνους μας διότι η δική τους συνεισφορά εξασφάλισε για την Ελλάδα, τις απαραίτητες δομές που απαιτεί η λειτουργία ενός κράτους. Σήμερα βρισκόμαστε εδώ κατά τη διάρκεια παρόμοιου αγώνος, για την εξασφάλιση των απαραίτητων δομών για την μελλοντική λειτουτγία της παροικίας μας.
Και άλλοι , προσπάθησαν να αναγείρουν στο παρελθόν πύργο, και δεν τα κατάφεραν. Όλοι θυμόμαστε τη σχετική ιστορία όπως καταγράφεται στην Παλαία Διαθήκη. Η αποτυχία τους εστιάζεται σε δύο τομείς – πρώτον, ότι οι λόγοι σύμφωνα με τους οποίους επεχείρησαν να οικοδομήσουν ένα τέτοιο κτήριο ήταν λανθασμένοι και δεύτερον, επειδή δεν υπήρχε ενότητα, συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ τους. Όταν εξέλειψε η συνενόηση, το μεγάλο αυτό επιχείρημα ναυάγησε.
Βρισκόμαστε εδώ απόψε επειδή μας ενώνει μία πεποίθηση: Ότι το δικό μας το τρανό επιχείρημα δεν θα ναυαγήσει. Όχι μόνο αυτό, αλλά η ολόκληρη η ύπαρξη της οργανωμένης μας παροικίας είναι συνυφασμένη με την ανέγερση του Πολιτιστικού Κέντρου και έτσι δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το ναυάγιο της.
Αυτή τη στιγμή, διανύουμε μία ιστορικότατη ιστορική περίοδος όσον αφορά τη δομή της παροικίας μας. Εώς τώρα, η πρώτη γενιά των ελλήνων μεταναστών, έχει δημιουργήσει εκείνες τις δομές και θεσμούς που οριοθετούν την παροικία μας ως οντότητα: σχολεία, εκκλησίες και σωματεία ως επί το πλείστον εθνικοτοπικά. Η φάση της δημιουργικότητας και της ανάπτυξης κατά γενικό κανόνα, έχει περάσει προ καιρού και βλέπουμε τους θεσμούς αυτούς, που τόσο αποτελεσματικά εξυπηρέτισαν τις πολιτιστικές και κοινωνικές ανάγκες, καθώς και το όραμα της πρώτης γενιάς να φθίνουν, καθώς η γενιά αυτή αποτραβιέται λόγω ηλικίας ή άλλων υποχρεώσεων από τους θεσμούς αυτούς.
Έχουμε λοιπόν μια παροικία η οποία απαρτίζεται από πολλά κτήρια και πολλούς οργανισμούς. Οι οργανώσεις αυτές όμως αντιπροσωπεύουν μια μικρή μονο μερίδα της ελληνικής μας παροικίας. Και αυτό επειδή μετά από την ίδρυση αυτών των οργανώσεων, έχουν αναπτυχθεί δυο Αυστραλογεννημένες γενιές, οι οποίες δεν ταυτίζονται με βάση την τοπική καταγωγή των γονέων τους ή με την αγροτική ζωή, ήθη και έθιμα που αποτελεί το κοινό πολιτιστικό κληρονόμημα σχεδόν όλων μας. Τα μέλη των γενιών αυτών, είναι, ως επί το πλείστον, πλήρως ενσωματωμένα στην ευρύτερη Αυστραλιανή κοινωνία. Οι ασχολήσεις, τα συμφέροντα και ενδιαφέροντα τις γενιάς αυτής σχετίζονται περισσότερο με την υφή της πολυπολιτισμικής Μελβούρνης, μία ιδιαίτερα πολυσύνθετη κοινωνία, και με την νέα μεταμοντέρνα εποχή, όπου αμφισβητόύνται τα δεδομένα και οι τεθριμμένες ετικέτες που προσδιορίζουν μία έθνική ταυτότητα δεν δεσμέουν πλέον κανέναν. Κατά συνέπεια, αυτές οι γενιές, οι οποίες αποτελούν τη πλειοψηφία της ελληνικής παροικίας, λόγω της έλλειψης γλωσσικής ευχαίριας, και την αμετάβλητη φύση των παροικιακών μας δομών, δεν καλύπτωνται και έτσι βρίσκονται εκτός της οργανωμένης παροικίας. Το χάσμα μεταξύ των γενιών αυτή τη στιγμή, είναι αβυσαλλέο.
Αυτή είναι μια πικρή αλήθεια την οποία δύσκολα παραδεχόμαστε. Μετά από τόσους αγώνες για να εδραιωθούμε στη χώρα αυτή και μετά από την πραγματικά τιτάνια δημιουργία των δομών μας, βρισκόμαστε στα πρόθυρα της αποσύνθεσης. Πριν από δεκαπέντε χρόνια τα νεοελληνικά διδάσκονταν σε όλα τα μεγάλα ινστιτούτα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Μελβούρνη. Σήμερα, τα εναπομείναντα τμήματα υπολειτουργούν εξασθενημένα. Λόγω του ότι αυτή η μεγάλη μη-χειραφέτημένη μερίδα της παροικίας μας δεν συμμετέχει στα δρώμενά της και είναι αποξενωμένη από αυτήν, το γεγονός ότι οι δομές του παρελθόντος έχουν ημερομηνία λήξης είναι δεδομένο. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτή η μουγγή πλειοψηφία αποτελέι το μέλλον της παροικίας μας – και το ευτράπελο είναι ότι αυτή η πλειοψηφία μέχρι σήμερα δεν μερίμνησε για την διαιώνιση τον κοινωνικών μας θεσμών – σίγουρα επειδή θεωρούσε πάντα ότι οι θεσμοί αυτοί εξυπηρετούσαν μόνο την πρώτη γενιά.
Γιαύτο η ανέγερση του Πολιτιστικού Κέντρου αποτελεί ιστορικό γεγονός και ορόσημο για την παρουσία μας στην πόλη αυτή. Διότι επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών. Να αποδείξει σε όλους τους ελληνικής καταγωγής συμπολίτες μας, όλων των ηλικιών, γενιών και κοινωνικών στάθμεων ότι η ελληνική παροικία είναι σε θέση να προσφέρει αλληλεγγύη, συνοχή, υπήρεσες και ένα κοινωνικό υπόβαθρό όπου οι επόμενες γενιές θα συσχετίζονται όχι ως Αυστραλοί πολίτες με κάποια ελληνική ρίζα, αλλά ως Αυστραλοί πολίτες με ελληνική πολιτιστική και κοινωνική συνέιδηση. Πρέπει να επεκτήνουμε τις ήδη υπάρχουσες δομές ώστε να αγκαλιάσουν τους πάντες. Είμαστε πεποισμένοι ότι μόνο μία Κεντρική Ελληνική Κοινότητα, αρμονικά συνεργαζόμενη με τις υπόλοιπες θρησκευτικές και τοπικιστικές οργανώσεις είναι σε θέση να επιχειρήσει μία τέτοια εκ νεόυ θεμελιοποίηση της Ελληνικής μας παροικίας, ώστε να αντέξει το χρόνο. Το πολιτιστικό κέντρο, ένα κέντρο το οποίο θα προσφέρει υπηρεσίες σε όλους τους συμπαροίκους, θα αντανακλά ένα ευρύ φάσμα των πολλαπλών ενδιαφερόντων των συμπαροίκων μας όλων των ηλικιών και το οποίο θα διευκολύνει την συναναστροφή ελλήνων όλων των γενιών ώστε να καταλάβουν ότι έχουν κοινά σημεία πέραν τις καταγωγής τους, και το οποίο θα τους ωθεί να επιδιώξουν πιο στενές σχέσεις με την οργανωμένη παροικία, αποτελεί κύριο όπλο για την επιτυχία αυτών των σκοπών. Θα είμαστε αφελείς αν πιστέψουμε ότι ο Πύργος θα αποτρέψει την αφομοίωση και αποσύνθεση της παροικίας μας. Μπορεί όμως να την αναστάλλει, δημιουργώντας μια άισθηση η οποία μέσα στις χρόνιες διαμάχες, και αντιπαραθέσεις που ανεστειλαν την πρόοδο της οργανωμένης παροικίας – που ίσως έχει ξεχαστεί. Ότι είμαστε μία μεγάλη οικογένεια τα μέλη της οποίας έχουν πολλά να προφέρουν ο ένας στον άλλον. Αυτή την αίσθηση ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον και μπορούμε να βασιστούμε στους εαυτούς μας, μας δίνει τη δύναμη για περαιτέρω αγώνα. Αυτό, η ανέγερση του Πολιτιστικού Κέντρου, μπορεί να το πετύχει.
Αξιοσημείωτο είναι δε ότι σε μια εποχή όπου η ιδεολογία του κοινού αγώνα, της επιστράτευσης και μαζικής δραστηριοποίησης και συσπείρωσης των δυνάμεων και προσπαθειών σύσσωμης της ελληνικής παροικίας αποτελεί παρελθόν και σίγουρα κάτι εντελώς ξένο για τις νεότερες γενεές, γαλουχισμένες με την ιδιωτιστική, ατομιστική νοοτροπία της μεταμοντέρνας εποχής, το κάλεσμα αυτό για μια νέα κοινή προσπάθεια στην οποία συμπεριλαμβανονται όλοι και δεν αποκλείεται κανένας, έρχεται από ένα συμβούλιο της Ελληνικής Κοινότητας το οποίο απαρτίζεται από πολλά μέλη των μετέπειτα γενιών. Η ανέγερση του Κέντρου, είναι σταθμός στην πορεία μας, διότι για πρώτη φορά, διαφωτισμένα μέλη τη δεύτερης γενιάς παίρνουν τη πρωτοβουλία για τα μεριμνήσουν όχι απλά για το δικό τους μέλλον, αλλά αυτό ολόκληρης της παροικίας μας. Αναλαμβάνουν τον άθλο αυτό, όχι αποκλειστικά, αλλά εν συνεργασία με την πρώτη, το παράδειγμα της οποίας είναι λαπρότατο, με πλήρη σεβασμό για τα επιτεύγματα του παρελθόντος αλλά και με γνώση των αποτυχιών του. Ζητούν την συνεργασία και την συνδρομή όλων μας, για τον ενωτικό τους, και χωρίς υπερβολή όσον αφορά την περαιτέρω μας κοινική συνάρτιση, σωτήριο αγώνα.
Σήμερα, τιμούμε αυτούς που συμμερίζονται το όραμα αυτό, και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Διοικητικου Συμβούλιο της Κοινότητας και του πρόεδρου της, του Βασίλη Παπαστεργιάδη. Μας χαροποιεί το γεγονός ότι φροντίζουν ώστε η ανέγερση του Κέντρου να μην μείνει μόνο στα λόγια αλλά ότι παίρνει σάρκα και οστά, και η απόδειξη είναι η μεγάλη δωρέα της πολιτειακής μας κυβέρνησης, καθώς και τις αξιόλογες δωρεές και συνδρομές των παρευρισκόντων σήμερα. Ευχόμαστε όλη αυτή η νέα αίσθηση της δημιουργηκότητας, της θετικής ενέργειας και της αγνωιστικότητας που διαπνέει την Κοινότητα και την παροικία γενικότερα από τότες που ξεκίνησε το έργο αυτό, να συνεχιστέι και να διασπαρθεί σε όλες τις δραστηριότητές μας.
Στις κρίσιμες στιγμές του Γένους μας, πάντοτε υπήρξαν οι ευεργέτες, τα γενναία εκείνα άτομα που δώρησαν γενναιόδωρα τα κέρδη του μόχθού τους, ώστε να εξασφαλίσουν το καλό του έθνους μας. Δεν είναι υπερβολή ότι η σημερινή μας κατάσταση είναι κρίσιμη. Με τον Πρόεδρο Παπαστεργιάδη όμως στο τιμόνι του Πολιτιστικού μας Κέντρου και το Συμβούλιο στο κατάστρωμα και εμείς όλοι στα κουπία, είμαστε πεπεισμένοι ότι θα περάσουμε τις συμπληγάδες των προκλήσεων άθικτοι και πιο δυναμική όσο ποτέ. Καλές σας δουλείες.

Sunday, June 5, 2011

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Στις 5 Ιουνίου 2011, παράγοντες της Ελληνικής παροικίας της Mελβούρνης διοργάνωσαν αφιέρωμα στον μεγάλο ποιητή Νίκο Καββαδία, επ' ευκαρία της 60ης επετείου της άφιξής του στην Μελβούρνη το 1951. Χορηγός και συντελεστής στη διοργάνωση της εκδήλωσης ήταν μεταξύ άλλων και η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας. Η εκδήλωση έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Ο γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας, Κώστας Καλυμνιός, αναφέρθηκε στο έργο και την σπουδαιότητα του έργου του καββαδία, ως κύριος ομιλητής της βραδυάς.

On 5 June 2011, the Panepirotic Federation of Australia, participated, as sponsor and organiser in a tribute to the great Greek poet Nikos Kavvadias, at Melbourne University, on the occassion of the 60th anniversary of his first visit to Melbourne in 1951. PFA secretary, Kostas Kalymnios was the key note speaker at the event and made the following observations:

"There is a notation in my father’s year 6 Australian history book of 1961, in which it is proposed that the Yarra River got its name due to a sorry concatenantion of circumstances whereby when the white colonialists sailed from the bay into the River, sundry members of the Wurunjeri people stood at its banks bandishing spears and yelling Warra Warra – which means go away, whereupon the linguistically challenged white imperialists concluded that the said Wurundjeri were a welcoming party and were, out of the kindness of their hearts advising the explorers about to wrest possession of their land from them, as to the name of this principal landmark, which they misheard as Yarra Yarra.
Thankfully, this story is not true. The truth of the matter is that the river was called Birrarung by the Wurundjeri people prior to European settlement. It is thought that Birrarung is derived from Wurundjeri words meaning "ever flowing".

The reason for this little historical foray is to outline our ambiguous relationship with the Yarra River. To conceive of Melbourne without it is impossible and yet it is not exactly beloved by Melburnians either. It is a gritty, functional river, with none of the romance or poetics of the Rhine, the Danube or the mystery of the Nile.

This then is the river that the peripatetic poet Nikos Kavvadias arrived at in 1951, when he penned his bleak poem Yarra Yarra, after making his way down to the land of the southern cross, having been warned, in his poem, also entitled ‘Southern Cross’, that he should fear the Stars of the South.. However, his Melbourne connection did not end with that poem, a few years later, a young bright eyed youth from Alexandria also called Nikos, obtained his first job as a wireless operator on a ship. Seated at his desk one day and scribbling some verses, the captain asked him: What are you doing?
Im writing poetry, the boy answered.
How funny the captain mused. Your predecessor and namesake, used to sit in that exact same chair and write poetry. The predecessor was of course, Nikos Kavvadias, and the youth, Nikos Nomikos, who years later, would find his way up the Yarra to settle in Melbourne, only to become a celebrated Greek poet and artist. It is funny how rivers make things flow together.

So who was this Nikos Kavvadias who visited or shores and why are we paying tribute to him tonight? The short answer is because he is cool and because we can. Furthermore, we are pretty chuffed that one of the premier poets of Greece has an Australian connection. The only other Greek literary figure of note to enjoy such a connection is Stratis Tsirkas, who lived in Sydney for five years in the fifties. This year marks the fiftieth anniversary of the visit to the Yarra River of Kavvadias, a poet who confided in our major riparian artery:

I want a boat, oh river, made of cardboard, like those with which students play by the banks of rivers. Tell me, does separation kill? It wounds, it does not kill. Who said we are going to crash? We never even arrived.,,”

Profound and totally in keeping with the title of tonights event, Amphibian fate. Amphibian is a compound word, Amphi- meaning "on both sides" and -bios meaning "life" in Greek. A two sided, torn life is what we celebrate in Nikos Kavvadias, a man who could not bear the land and wanted to be constantly at sea.

You don’t have to be Greek to appreciate the genius of Nikos Kavvadias. He did not consider himself a poet, but rather a traveller, and this comes not only from his style of writing based on personal experiences and emotions reflected on the sea, the weather, the lost cities with their dirty ports, but also by the very limited amount of work he produced, heavily invested with experience. He used his travels around the world as a sailor, and life at sea and its adventures, as powerful metaphors for the escape of ordinary people outside the boundaries of reality.

Unlike many of his contemporary Greek poets who focused on folklore writing of at times nationalist sentiment, Kavvadias wrote both about modern Greece and about the world. He did not seem to distinguish between the two. For him, Greece was never home, because although he was Greek, he was not born there. His writings are characterized by a strong sentiment of universal humanism, a sense of a world united in cosmopolitan places, such as the dirty ports of multinational cities, which became his true home. The poet traveller drew huge inspiration and admiration for Constantine Cavafy, the writer of the masterful pseudo-historical poem Ithaca, who was born in Alexandria to Greek parents but spent most of his life travelling from Egypt to England, and who was the advocate of a universal Hellenistic
spirit surpassing beyond the borders of the nation state.

The Greek community of Melbourne, at least its first generation lived through a similar experiences and share a similar spirit, being uprooted from the boundaries of their reality and being compelled to cross the same seas as Kavvadias, in search of a better life.

Kavvadias stark evocation of arriving in Melbourne, mirrors that which would have been experienced by all new migrants:
The lights of Melbourne. The Yarra Yarra flows disinterestedly
Between cargo ships huge and mute,
Towards the bay, without giving two bob,
For the girls kiss, which cost you dear.

The difficult life of the sailor, the daily grind of work, but also the freedom of the eye to travel over new horizons opened by the increasingly longer and bolder voyages he undertook mark Kavvadias' entire poetic output. The poet constantly transforms external observations of the environment into a subdued, internal drama, often of a deeply existential nature. Indeed, critics described him as the 'poet of internal exile', and were not slow to identify in his verse and in his imagery the tendency to displace straight realistic description with scenes of reverse images which represent, in a particularly eloquent manner, the poet's journey from the open seascape into the closed and dimly lit realm of the conscience.Kavvadias was greatly inspired both by Baudelaire and the poetes maudits and observed his marine environment from precisely this viewpoint. His characters frequently descend into apathy, decay, decadence and self-destruction, and the space they inhabit has a suffocating effect on them. Kavvadias also enjoyed the cosmopolitan life (the constant journeying from port to port, country to country, ocean to ocean) which was equated with the pleasures of opportunistic love and the paralysing effects of hallucinatory substances. From these kinds of motifs emerged his overwhelming passion for travel, which he identified as the fate of the absolutely free yet totally defenceless artist.
A poet who as mentioned deliberately wrote little, Kavvadias directly addressed the metrical tradition, but always managed to take liberties with its strictures. He exploited tradition for his own purposes, adapting metres and rhyme schemes to his own linguistic and musical codes.

In Yarra Yarra all of the aforementioned is on display and is thus a fitting introduction to the poets work:

When you fell asleep last night, the cape was on watch. You left your amulet at a home a few days ago. You laugh and yet i sold you in Rio for two centavos, and bought you back at a price in Beirut.
Nikos Kavvadias thus is a representative of a poetry of introverted exoticism, which projects the agony and spectres of a permanently restless and wakeful conscience onto alien and often mysterious seascapes.
A committed seaman and writer, he encountered some extremely difficult moments, facing them with the courage that is the preserve of those rare individuals who have absolute faith in what they do. He was in every sense a poet of the sea.

Hold fast the rigging ladder. Coffee for the pilot.
You turn tail, chained by longing for the land.
And you, who I won in an evening game of chance,
Merge and leave with the smoke of the grey river

Things rarely turn out the way we want them to. Life is like that.
And Kavvadias life was anything but unexpetional. He was born in Ussuriysk in the
Primorsky Krai region of Russia, close to the border with China, part of the historic region of Manchuria. This fact, according to him, linked him emotionally to the Far East, expressed in his short story Li. He returned to his homeland of Cephallonia as a child. After graduating from high school in Piraeus, Kavvadias took the entrance exams to become a doctor in 1928. His father fell sick that same year and young Kavvadias was forced to get a job as an office clerk in a shipping office to help his family. He lasted only a few months there and after his father's death, he went on board the freighter ship "Agios Nikolaos" as a sailor. This is how the poet was born, He worked for a few years on freighter boats, coming back home always wretched and penniless.
Experiences of this nature can either make or break you. While reflecting on the no-nonsense, unromantic Yarra river, tamed in the service of wider causes, Kavvadias probably found a parallel and kindred spirit when he wrote:

I command you with a porphyry shell on my lips.
Your falcon on my arm and the hounds loosed.
Wipe off the sea that drips from me
And teach me to walk on land correctly.
More vicissitudes would follow. During the German occupation of Greece, he was stranded in Athens. When the war was over in 1944, he embarked and traveled continuously as a radio operator all over the world until November 1974, having the opportunity to get to know the sea and its exotic ports. Through his experiences in the sea he collected material for his poetry. Returning from his last trip and as he was preparing the publication of his third collection of poems, he died suddenly from a stroke on February 10, 1975, after only three months off sea.
Kavvadias poetry was popularized in Greece, partly because some of his poems have been set to music by Thanos Mikroutsikos in his very popular albums Σταυρός του Νότου (Southern Cross) and Γραμμές Ωριζόντων. (Horizons' Lines). Tonight, we will provide you with some local interpretations and musical extrapolations of some of the best of the great man’s work.That work , is multifaceted. His first collection of poems, "Marabou", was published in 1933 when Kavvadias was in his early twenties and carries within it the spirit of a romantic young man, impressed with the marvels of the world. Most of these poems tell half-fictitious stories that happened on the sea and the different places he visited. The collection begins with a poem about the catastrophic love for a young wealthy girl that ended up a poor prostitute that he could barely recognise. Other events recount the stories of a Norwegian captain who died homesick watching a ship sailing towards Norway, a dagger carrying the curse that whoever carries it shall kill someone he loves, and an African story-telling sailor who rescued him from a brawl only to die of fever in the Far East. The greek saying “ Η θάλασσα τα τρώει” the sea devours all, applies to hopes and dreams as well.

Take the skin of the snake and give me a handkerchief, he writes in Yarra Yarra
I, who stripped you before old man Titian.
Raise anchor Cephallonian girl and set sail the votive lamp.
The last one sleeps on the Japanese hill.


If guidance is so illusory, upon the sea, then we need the intervention of poets and authors to steer us in the right direction. This can be found in Kavvadiass other two collections: "Pousi" which was published in 1947 and "Traverso" which was published after his death 1975. Another short story, "Of War", published after his death in 1987, recounts the story of his rescue by a local during a storm. The war had a deep effect on him and these later collections are politically motivated, in support of the somewhat more liberal communists. One of these later poems is about the death of Argentinian revolutionary Ernesto (Che) Guevara and was written as an answer to the accusations by some active communists who thought that his poems romanticized too much on the otherwise harsh and dangerous life of sailors, who were potential symbols of class struggle. Another is about the execution of Andalusian poet and writer Federico Garθía Lorca by the Franco dictatorship, other brutal acts done by the Nazi forces occupying Greece during the Second World War.His only novel "Nightshift" was published in 1954 and recounts the stories told by the sailors on their night shift at the ship's bridge. Images from exotic places, prostitutes, captains gone mad and memories of the War blend in to form a dreamy world full of lucid forms, part fictitious, part true. His Story “The Watch” (Η βάρδια) translated by Sorbonne Professor Michel Sonie was included in 1990, in the French newspaper Liberation’s 100 greatest books of all time.

In addition to this material, more recently Guy M. Saunier published The Diary of a Skipper (2005), which contains extracts of intimate travelling experiences and memories written as a prose or poetry in the form of a diary. Originally, this was the first publication of the young Kavvadias published in the journal Peiraikon Vema in January and February 1932. The diary gives us a first glance to his future mythological themes with specific references to the dangerous Indian Ocean, the first trip of the writer to the sailors’ favourite and mysterious Marseille, his life-changing visit to Stromboli the Italian island opposite the volcano Etna, his parents’ home Argostoli the capitol of the Greek island Kefalonia, and other texts, which juxtapose his childhood expectations against the reality and dangers of travelling.

In these writings, and later in his poetry, Kavvadias intimately connects his internal feelings of loss of childhood with the external changes of the environment and its modernization, highlighting Modernity’s negative aspects by associating moral corruption to environmental pollution. In the poem entitled Kafar (1933) which is the arabic word for infidel, he wrote:

Once the ships were our hidden wish
But now the world is an empty page
It is the same to be in Greece
And travelling to Fernando Po

The poles became to us familiar
We admired numerous times the northern Selas
And the ice is covered for years now
With empty cans of Spanish sardines

The Japanese, the girl in Chile
And the black Moroccan girls selling honey
Like all women have the same legs
And kiss the same.

For Kavvadias the juxtaposition of romantic nostalgia to the modern reality is a universal condition of the human being, reflected on his strong sentiment of nostalgia for a ‘home’ that is never there, which painfully stigmatises his work as a whole. The endless journey takes him from the mountains of Switzerland to the immobile seascapes of the equator, as people are different and the same, exotic in their own account but banal in their modern reality. Kavvadias does not seem to move, but rather the world travels around him: “Is it the compass turning, or the ship?” he asks in Kiro Siwa. His journey is static like the seascapes of the equator, as he is trapped in the ship, a metal coffin, which remains immobile in space, letting the globe move around it.

Kavvadias’Yarra Yarra is the introspective journey of man with an albatross around his neck, compelled to travel the seas, view the pleasures and despair of mankind and yet never find peace. The Yarra River, rather than capturing him here, caused him only to reflect upon his peripatetic affliction.


Oh sweetwater sailor,
You wore a pure white cap when you were young and a wide collar,
It catches you – don’t tell anyone,
Like steel plates catch cats
And you are startled by a sudden wind.
Here one cannot but apply these words to those of his companions who were captured by the Yarra and did not set off for foreign seas again – the Greeks of Melbourne, who despite the Odyssey which forms our founding myth – remained here, being caught like cats in steel plates ( I wonder whether that works for possums too,) being transformed into freshwater sailors, content to abjure their wanderings and settle here, by and around the Yarra, vowing never to leave again.

Are they content? Or are they just as cursed as Kavvadias, torn between two worlds, unable to find but the most fleeting satisfaction in either?

Kavvadias in Yarra Yarra does offer an insight into the complacency of pseudo-satisfaction and contentment:

I bought you a fake cameo in Naples –and Naples in Greek means new city.
And a bleached coral.
Behind the refrigerator on the empty quay.
Ebony, the language of fire, at the centre, crimson.
Significantly, in Lee Kavvadias reflects on his own life telling the girl that he can speak some Cantonese because he was not born in “His La Kwo” (Greece in Chinese) but in Tung Sun Sheung (Manchuria) . In another text from his diary entitled “Argostoli: The Melancholic Capitol of Kefalonia” he further reveals his feelings for his parents’ Greek home as a place without life, “only mountains rising in a threatening and mourning manner”), an experience that is contrasted to the colourful and monotonous at the same time experience of travelling. At times, during his journeys, he might even consider committing suicide, but it is clear that he could not live for a second in the island of Kefalonia. Thus, in his life and poetry, he consciously took the role of a modern Odysseus, the sailor trapped in his inner search for a ‘home’ that is never there, becoming the protagonist in Cavafys imagination for a long gone Ithaca. This kind of textual introverted exoticism is reflected on the experience of static seascapes and cosmopolitan ports, as the Argonaut Kavvadias, in the role of the folklorist ethnographer, absorbs the exotic life surrounding him in his journey to nowhere, until he dies, and stops moving/experiencing.
Kavvadias is the poet of wanderers, or those who have ceased wandering, those who wonder what it is to wander, and being a sailor, certainly of a fish called Wanda. His winters of discontent are turned glorious summer by our homage to him tonight and we are most honoured that he chose our river, to outpour and cause to flow, the ruminations and depths of his soul.

Tonight's tribute is therefore a walk in the shadow of genius, one of those rare moments where we mere flaccid mortals, are granted the coveted privilege of being able to touch the tortured divine. Welcome and we hope you enjoy the rest of the evening, remembering always Kavvadias’ caveat, as featured in his poem “the Southern Cross,” You told me, in the voice of the dying, to fear the stars of the South.” If Kavvadias is to teach us anything, it is the majestic solitude and splendid isolation that can be derived from following the wandering star. Happy travelling. "

Sunday, March 27, 2011

PFA at INDEPENDENCE DAY MARCH



Στις 27 Μαρτίου 2011 έγινε η καθιερωμένη παρέλαση των μαθητών και παροικιακών σωματείων της Μελβούρνης στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, εροτάζοντας την Ελληνική Επανάσταση. Η παρέλαση εφέτος σημείωσε μεγάλη επιτυχία, με την προσέλευση 15.000 συμπαροίκων.Η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αυστραλίας συμμετέχει στην παρέλαση εδώ και τρεις δεκαετίες. Η παρουσία της στην φετινή παρέλαση υπήρξε δυναμική και εντυπωσιακή.

Sunday, March 20, 2011

PFA at lauch of ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ

Στις 20 Μαρτίου, ο γραμματέας της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, Κώστας Καλυμνιός, παρουσίασε, σε μία εκδήλωση του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου και της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Ελλάδας, το νέο βιβλίο της Λούλας Παπαζώη, "Διαχρονικά Ανάλεκτα." Στην κατάμεση αίθουσα εκδηλώσεων της ενορίας Αγίων Αναργύρων, ο Κώστας Καλυμνιός, μεταξύ άλλων είπε:


"Σήμερα , καλούμεθα να εξετάσουμε τα Διαχορνικά Ανάλεκτα της αξιαγάπητης παροικιακής συγγραφέως Λούλας Παπαζώη. Στον πρόλογο του, ο Ελλαδίτης Επίτιμος Επιθεωρητής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης πολύ σωστά διατυπώνει τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου αυτού – πρόκειται για έργο διαχρονικό – δηλαδή αξιώνει να αντέχει στο χρόνο, ενώ η λέκη ανάλεκτα προσδιορίζει την αφθονία, την ποικιλία και την διαφορετικότητα των θεμάτων. Ξεφεύγοντας από οποιαδήποτε δικαιολογημένης Ελληνοκεντρική αντίληψη που έχουμε του έργου, θα ήθελα να μην παραβλέψουμε έναν ωφέλιμο συσχετισμό με τα διασημότερα του είδους ανάλεκτα στόν κόσμο – τα Ανάλεκτα μία συλλογή ρήσεων και διαλόγων του Κινέζου στοχαστή και φιλόσοφου Κομφούκιου με τους μαθητές του. Συνιστά ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά γραπτά κείμενα για τη ζωή, τις ιδέες και τη διδασκαλία του, το οποίο άσκησε σημαντική επίδραση στην κινεζική σκέψη. Η καταγραφή του πραγματοποιήθηκε από τους μαθητές τού Κομφούκιου, μετά το θάνατο του, και ολοκληρώθηκε πιθανώς κατά την Περίοδο των Μαχομένων Βασιλείων (5ος αιώνας π.Χ. - 221 π.Χ.) της Κίνας. Μετά το θάνατο του Κομφούκιου, οι μαθητές του άρχισαν να καταγράφουν στοιχεία από τις διδασκαλίες του δασκάλου τους, παράδοση που συνεχίστηκε επίσης από τις επόμενες γενιές μαθητών του. Περίπου δύο αιώνες μετά το θάνατό του υπήρχαν δεκάδες κείμενα, τα οποία τελικά συγκεντρώθηκαν και συγκρότησαν, με παραλλαγές, το έργο που είναι σήμερα γνωστό ως τα Ανάλεκτα. Σχετικά με την ιστορική εξέλιξη του περιεχομένου του, έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις. Αυτή ή παραδρομή είναι αναγκαία, διότι πιστεύω ότι η σημασία του παρόντος βιβλίου θα αντιληφθεί μόνο από τις επόμενες γενεές – αν αυτές μιλούν ακόμη ελληνικά – διότι θα μείνουν τα ανάλκτα αυτά συμφωνα με τα οποία οι μεταγενέστερες γενεές θα θωρούν τους προγόνους τους και κατά συνέπεια την κατοπινή πορεία τους ως έλληνες των αντιπόδων. Το βιβλίο χωρίζεται σε μικρές ιστοριούλες, οι οποίες όλες επιφέρουν κάποιο μήνυμα κεντρικό στην εμπειρία της μετανάστευσης, του ξεριζωμού από την πατρίδα και την τραυματική διαδικασία της μετεμφύτευσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Όσον αφορά την ιδιαίτερη προσεγγιση της συγγραφέως σε αυτήν την θεματολογία η οποία αποτελεί τον κανόνα της νεοελληνικής γραφής στην Αυστραλία, πληρεί όλα τα κριτήρια αυτής δηλαδή – εξέταση των αιτίων της μετα΄ναστευσης – κάτι που γίνεται στο μικρό διήγημα Ο Γολγοθάς του Πατέρα – όπου η συγγραφέας πρωτοπορεί, εξιστορώντας την πρώτη εμπειρία ενός ξεριζωμού της οικογενειάς της - στα χρόνια της μικρασιατρικής καταστροφής. Η πλοκή είναι αξιοσημείωτη – μιλά για την κατατροφή και την εξορία μελών της οικογένειας στην Καισάρεια. Αποτελεί προοιωνός της δεύτερης μεγάλης μαζικής μετανάστευσης μεταπολεμικά και έτσι η πρόσθεσαη αυτού του διηγήματος στη συλλογή είναι αρκετά πετυχημένη. Άλλωστε αυτό που κάνει το βιβλίο αυτό να ξεχωρίζει από τις τόσες άλλες αναφορές στη μετανάστευση που έχουν γραφθεί τα τελευταία χρόνια, είναι το απαλό, γλυκό, προσωπικό επεξηγηματικό αλλά και εξομολογητικό στυλ της συγγραφέως. Εκμηδενίζει την απόσταση μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη με την απλότητα και την ζεστασιά του λόγου της, κάτι που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα γενικότερα.

Αυτό που εντυπωσιάζει από το έργο της συγγραφέως όσο τίποτα άλλο είναι ότι ενώ το έργο της σφίζει από μηνύματα, ενώ αποτελεί κάτοπτρο της ιστορικής και κοινωνικής πορείας της παροικίας μας, ενώ αντικατοπτρίζει πιστότατα την σημερινή μας κατάσταση, δεν μας κάνει κύρηγμα. Αντίθετα, αφήνει στην αναγνώστη να ανιχνεύσει της καταβολές αλλά και τις καταβολάδες που πηγάζουν από τη μελείχιο και απαλή ροή των διηγημάτων της. Η γραφή της είναι απλή, εξομολογτηική, εκμηδενίζοντας οποιαδήποτε απόσταση μεταξύ συγγραφέως και αναγνώστη. Μέσα στη γραφή της, βρίσκουμε το ίδιο χαμόγελό, την ίδια θέρμη, την ίδια στοργή και την ίδια άγάπη για τον άνθρωπο που θα εντοπίσει ο αναγνώστης σε μία πρώτη προσωπική επαφή με την συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό είναι ένα γνήσιο βιβλίο και το γεγονός ότι μία συγγραφέας τόσο αγάπησε τον κόσμο γύρω της ώστε συνέγραψε το βιβλίο αυτό για να μοιράσει με γενναιοδωρία τα ψείγματα της σκέψης και ψυχής της, πρεπει να μας προκαλεί όχι μονο το θαυμασμό αλλά την ευγνομωσύνη όλων μας. Από το βιβλίο αυτό, εγώ ένας αυτραλογεννημένος έλληνας εντάχθηκα σε έναν κόσμο ανθρώπων που έχουν την ίδια καταγωγή, τα ίδια βιώματα, τους ίδιους προβληματισμούς και τις ίδιες ανυσηχίες για το μέλλον με τους δικούς μου. Κατά συνέπεια ο κόσμος της συγγραφέως είναι και δικός μου κόσμος και είναι ακριβώς για αυτό το λόγω που αξίζουν τα ανάλεκτά της να αντέξουν το χρόνο και να αποτελεούν σημείο αναφορά για τις επόμενες γεννέες. Αυτές οι γενεές οφείλουν να γνωρίσουν ότι η πρώτη γενιά δεν ήταν απλώς η γενιά που επιφοτώθηκε τη σκληρή δουλειά της φάμπρικάς και της κατασκευής των παραδοσιακών μας δομών, μία μονοδιάστατη πέτρνιη καρικατούρα των προλεταριατών, αλλά μία ανθρώπινη γενιά, με προβληματισμούς, με χαρές και με λύπες, με προσωπικά βιώματα τα οποία στην καθημερινή βιοπάλη και στον αγώνα για ενσωμάτωση στην ευρύτερη κοινωνία, κινδύνεψαν να χαθούν. Πέραν λοιπόν του ότι τα διηγήματα αυτά αντιπροσωπέυουν τις εμπειρίες της πρώτης γενιάς και έτσι αξίζουν να διαβαστούν από αυτή, το ιστορικό κατόρθωμα της συγγραφέως είναι ότι κατάφερε να κάνει πιο ανθρώπινη, πιο προσιτή την Προμηθείκή γενιά των πρωτόπλαστών μεταναστών που έδω σχημάτισαν τη δική τους Νέα Εδέμ, στις επόμενες γενεές. Το ΄μονο κρίμα είναι ότι το συναίσθημα αυτό καλλιεργείται λίγο αργά – όταν οι περισσότεροι νέοι έχουν αποξενωθεί από την παροικία μας και δεν είναι σε θέση να διαβάσουν ή να κατανοήσουν το διη΄γηματα εκείνα που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα.Για τους γνωστικούς όμως, για τους ερευνητές του μέλλοντος, το βιβλίο αυτό αποτελεί πολύτιμός θησαυρός."